Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2015

Τα βέλη των σοφών

«Νομίζω ότι δεν θα είναι ίσως λάθος, αν πει κάποιος ότι η παιδεία είναι ο μόνος αποτελεσματικός εξοπλισμός εναντίον οποιουδήποτε εχθρού. Γιατί κανείς δεν μπορεί να κάνει κάτι εναντίον της και να την υποτάξει, όπως συμβαίνει σε άλλες περιπτώσεις που όσοι έχουν μεγαλύτερη δύναμη, τα καταστρέφουν όλα και τα κυριεύουν. Κι αν ακόμη τολμήσει κάποιος να την πολεμήσει και να την προσβάλει, θα το αποκρούσει με σφοδρότητα καταφέροντάς του καίρια πλήγματα, που, όσος καιρός κι αν περάσει δεν θα γιατρευτούν και, όπως είπε κάποιος, τα βέλη των σοφών πονάνε πολύ. Τούτο ακριβώς είναι που προκαλεί πόνο και οδύνη στους κακούς ανθρώπους οι οποίοι έχουν κάποια εξουσία, γιατί συνειδητοποιούν με τρόμο ότι κανείς δεν μπορεί να επιτεθεί στη σοφία, ενώ αντιθέτως αυτή, αν θέλει, είναι δυνατόν να κάνει κακό και να αποκρούσει τον κάθε έναν»

Θεόδωρος Μετοχίτης


Τετάρτη 9 Απριλίου 2014

Δημόσια δωρεάν Συγκοινωνία

Το αίτημα για δωρεάν δημόσιες συγκοινωνίες, ειδικά σε τοπικό επίπεδο, σε δημοτικές και διαδημοτικές γραμμές αλλά και σε μικρές και μεσαίες πόλεις και σε τουριστικές περιοχές υποστηρίζεται παγκοσμίως από περιβαλλοντικές οργανώσεις, συγκοινωνιολόγους και οργανώσεις πολιτών.

Οι υπέρμαχοι, εκτός από κοινωνικούς λόγους, επικαλούνται τη μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, μικρότερο ενεργειακό κόστος, ακόμα και αποφυγή κατασκευής πολυδάπανων αυτοκινητόδρομων.

Μέτρα για δωρεάν μεταφορές εφαρμόζονται σε Γαλλία (9 πόλεις), Τσεχία, Δανία, Αγγλία (3 πόλεις), Ουαλία, Σουηδία (6 πόλεις), Βέλγιο (η πόλη της Ασελτ, από τα πιο πετυχημένα πειράματα «μηδενικών εισιτηρίων» παγκοσμίως), στην πρωτεύουσα της Εσθονίας, Ταλίν (με μεγάλα κέρδη για την πόλη), Πολωνία (3 πόλεις), Ισπανία, Ισλανδία, Ρωσία, Κίνα (δύο πόλεις, η μία των 5 εκατομμυρίων και 15 εκατ. επιβατών), σε 21 πόλεις των ΗΠΑ, στην Μπανγκόκ της Ταϊλάνδης με δωρεάν λεωφορείο χωρίς κλιματισμό «για τον λαό», Αυστραλία (4 πόλεις), Βραζιλία (8 πόλεις), Καναδά.

Πηγή : Εφημερίδα των Συντακτών
Περισσότερα
www.freepublictransports.

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013

Παιδιά

"Τα παιδιά σας δεν είναι παιδιά σας, είναι οι γιοι και οι κόρες της λαχτάρας της Ζωής για τη Ζωή.
Δημιουργούνται διαμέσου εσάς, αλλά όχι από εσάς. Κι αν και βρίσκονται μαζί σας, δεν σας ανήκουν.
Μπορείτε να τους δώσετε την αγάπη σας, αλλά όχι τις σκέψεις σας.
Αφού ιδέες έχουν δικές τους. Μπορείτε να προσπαθήσετε να τους μοιάσετε, αλλά μη γυρέψετε να τα κάνετε σαν εσάς.
Αφού η ζωή δεν πάει προς τα πίσω, ούτε ακολουθεί στο δρόμο του το χτες.
Μπορείτε να δίνετε μια στέγη στο σώμα τους, αλλά όχι και στις ψυχές τους. Αφού οι ψυχές τους κατοικούν στο σπίτι του Αύριο.
Είστε το τόξο από το οποίο τα παιδιά σας ωσάν ζωντανά βέλη ξεκινάνε για να πάνε μπροστά."

Χαλίλ Γκιμπράν

Κυριακή 12 Μαΐου 2013

Montoneros

Το 1970, οι φιλοαμερικανοί αξιωματικοί συμπλήρωναν ήδη 15 χρόνια στην εξουσία που είχαν καταλάβει με το πραξικόπημα του 1955. Η διαφθορά, η οικονομική χρεοκοπία και η καταπίεση συνόψιζαν τον χαρακτήρα του καθεστώτος. Μοναδική ελπίδα για το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού που προσδοκούσε σε καλύτερες ημέρες ήταν οι φήμες που καλλιεργούνταν κάθε τόσο για επιστροφή του Juan Domingo Peron από την Ισπανία όπου ζούσε. Ταυτόχρονα, τόσο στην Αργεντινή όσο και γενικότερα στη Νότια Αμερική, εξαπλώνονταν οι αριστερές ιδέες, γεγονός στο οποίο είχαν συμβάλει πολλές εξελίξεις, όπως κυρίως και η δράση του Che Guevara. Υπό τις συνθήκες αυτές σχηματίσθηκε -στην αρχή από διανοούμενους της μεσαίας τάξης αλλά και υψηλών κοινωνικών στρωμάτων- η σημαντικότερη ένοπλη ομάδα της Αριστεράς στην Αργεντινή, το Movimiento Peronista Montonero (Περονικό Κίνημα Μοντονέρο) ή Montoneros, καθοδηγούμενοι από τον Mario Alberto Firmenich. Ιδεολογική πλατφόρμα της οργάνωσης απετέλεσαν μεταξύ των άλλων και οι «αριστερές» πτυχές της πολιτικής Περόν κατά τη δεκαετία που προηγήθηκε του πραξικοπήματος και επιδίωξή της ήταν η επιστροφή του λαοφιλούς ηγέτη εκατομμυρίων Αργεντινών για να ηγηθεί μιας σοσιαλιστικής κυβέρνησης.

Σύνθημα της οργάνωσης ήταν η λέξη «venceremos» (θα νικήσουμε). Κύριος στόχος των Montoneros ήταν η φιλοαμερικανική χούντα. Το εντυπωσιακότερο χτύπημα που κατάφεραν στο καθεστώς υπήρξε η απαγωγή και εκτέλεση του πρώην προέδρου Pedro Eugenio Aramburu Cilveti ο οποίος κυβέρνησε από το 1955 έως το 1958. Ο Aramburu κάθε άλλο παρά τυχαίος στόχος υπήρξε. Ο γεννημένος στις 21 Μάη 1903 στο Rio Cuarto της Cordoba στρατιωτικός καριέρας διηύθυνε ως ταξίαρχος από το 1951 τη Σχολή Πολέμου και από το 1955, 3 χρόνια προτού προβιβασθεί σε υποστράτηγο διετέλεσε αρχηγός του στρατού. Τη χρονιά εκείνη ο Aramburu συμμετείχε στο στρατιωτικό πραξικόπημα του Σεπτεμβρίου και στις 13 Νοεμβρίου ανέλαβε την προεδρία με αντιπρόεδρο τον ναύαρχο Isaac Rojas. Από τις προτεραιότητες της προεδρίας Aramburu ήταν η απαγόρευση για είσόδο στη χώρα του Peron. Ο Aramburu αποστρατεύθηκε με τη λήξη της προεδρικής του θητείας την 1η Μάη 1958 και έβαλε υποψηφιότητα στην παρωδία εκλογών που οργάνωσε η χούντα το 1963 με τον συνδυασμό UDELPΑ (Union del Pueblo Argentino) με κεντρικό σύνθημα «Vote UDELPA y no vuelve» δηλαδή «Ψηφίστε UDELPA για να μη γυρίσει (ο Περόν)». Νικητής σε αυτές στις εκλογές ήταν ο Arturo Umberto Illia ο οποίος και αυτός με τη σειρά του καθαιρέθηκε το 1966 από άλλο στρατιωτικό πραξικόπημα του στρατηγού Juan Carlos Organia. Ωστόσο, ο Aramburu παρέμενε σταθερά στην επικαιρότητα και το 1970 ετίθετο θέμα καθόδου του στην νέα παρωδία προεδρικών εκλογών του ίδιου χρόνου. Το μεσημέρι της 29ης Μάη απήχθη στους δρόμους της πρωτεύουσας και για ένα μήνα η υπόθεση απασχόλησε την κοινή γνώμη ωσότου το πτώμα του βρεθεί στο Timote του Carlos Tejedor στην επαρχία του Buenos Aires και διαπιστωθεί ότι είχε εκτελεσθεί την 1η Ιουνίου. Ας σημειωθεί εν προκειμένω, ότι από την πτώση του Περόν μέχρι την επάνοδό του κυβέρνησαν οι:

Eduardo Lonardi (20.09.1955 – 13.11.1955)

Pedro Aramburu (13.11.1955 – 01.05.1958 )

Arturo Frondizi (01.05.1955 – 29.03.1962)

Jose Maria Guido (29.03.1962 – 12.10.1963)

Arturo Illia (12.10.1963 – 28.06.1966)

Juan Carlos Organia (28.06.1966 – 08.06.1970)

Roberto Levingston (08.06.1970 – 23.03.1971)

Alejandro lanuss (23.03.1971 – 25.05.1973)

Hectro Campora (25.05.1973 – 13.07.1973)

Raul Alberto Lastiri (13.07.1973 – 12.10.1973)

Οι Montoneros κατάφεραν αρκετά ακόμη πλήγματα κατά της αμερικανοκίνητης χούντας, ενώ άντλησαν κεφάλαια χρήσιμα στον αγώνα τους με λύτρα ύστερα από απαγωγές ανθρώπων του καθεστώτος, μεταξύ των οποίων και στέλεχος της EXXON για την απελευθέρωση του οποίου απέσπασαν το 1974 λύτρα ύψους 14,2 εκατομμυρίων δολαρίων.

Στις 11 Μαρτίου 1973 διενεργήθηκαν οι πρώτες εκλογές 10 χρόνια μετά την παρωδία εκλογών του 1963 και νικητής αναδείχθηκε ένας αφοσιωμένος αριστερός περονιστής και συμπαθών προς τους Montoneros, ο Hector Campora, ο οποίος όμως τον Ιούλιο παραιτήθηκε για να ανοίξει ο δρόμος να ανέβει στην εξουσία ο Περόν με νέες εκλογές που πραγματοποιήθηκαν τον Οκτώβριο του ίδιου έτους.

Η εξέλιξη αυτή όμως δεν σημαίνει πως δικαιώθηκε ο αγώνας των Montoneros. Μετά τη επιστροφή του Peron ύστερα από 18 χρόνια, η δεξιά και η αριστερή πτέρυγα των περονιστών ήλθαν σε ανοικτή σύγκρουση και την 20η Ιουνίου, ημέρα της θριαμβικής επιστροφής του άλλοτε δημοφιλούς ηγέτη εκατομμυρίων descamisados, έγινε πραγματική σφαγή ανάμεσα στις δύο πτέρυγες (την οποία την ξεκίνησε η δεξιά πτέρυγα σε συνεργασία με ακροδεξιούς παραστρατιωτικούς) με αποτέλεσμα δεκάδες νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες αριστερούς. Πολλοί ποδοπατήθηκαν από τον πανικό που προκλήθηκε. Άλλοι πυροβολήθηκαν. Άλλοι λυντσαρίστηκαν από στρατιωτικούς οι οποίοι συνέδραμαν τους ακροδεξιούς παραστρατιωτικούς. Τα γεγονότα αυτά έμειναν γνωστά ως η «σφαγή του Ezeiza» (από την ονομασία του διεθνούς αεροδρομίου του Buenos Aires). Την ημέρα εκείνη, είχαν μαζευτεί να υποδεχτούν τον εξόριστο πρόεδρο -σύμφωνα με τους υπολογισμούς της αστυνομίας- 3,5 εκατομμύρια πολίτες, κυρίως νέοι. Το γεγονός ότι τον Peron συνόδευε ο Campora, από τους κυριότερους εκφραστές της αριστερής πτέρυγας του περονικού κόμματος, καθόλου δεν προδίκαζε αυτό που επρόκειτο να συμβεί: Μέσα στο πλήθος, είχαν παρεισφρήσει άνδρες της ΑΑΑ (Alianza Anticomunista Argentina) των περιβόητων ταγμάτων θανάτου της άκρας δεξιάς τα οποία αργότερα συνδέθηκαν στενά με την Isabel Peron (1974 – 1976) και τον δικτάτορα Jorge Rafael Vintela (1976 – 1983) ενώ διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στον λεγόμενο «Βρώμικο Πόλεμο» (Guerra Sucia) όπως ονομάστηκαν οι παράνομες συλλήψεις αριστερών, οι βασανισμοί, και οι εξαφανίσεις 30.000 πολιτών με δημοκρατικά φρονήματα. Οι αριστεροί περονιστές νεολαίοι και οι Μοντονέρος παγιδεύτηκαν ανάμεσα στα πυρά των ακροδεξιών τους οποίους είχε οργανώσει ο Jose Lopez Rega, εκ των ιδρυτών της ΑΑΑ.

Εκείνη την ημέρα, οι Peronistas διασπάστηκαν στους αριστερούς (Montoneros, Fuerzas Armadas Revolucionarias, Fuerzas Armadas Peronistas και Περονική Νεολαία) και στους ακροδεξιούς όπως ήταν η Σιδηρά Φρουρά (Guardia de Hierro) και το Movimiento Nacionalista Tacuar, μια καθολική εθνικιστική και αντισημιτική ένωση που ιδρύθηκε το 1957 και είχε ως ίνδαλμα τον Primo de Rivera και την φασιστική φάλαγγα, ενώ οι ακροδεξιοί είχαν «καπελώσει» και κάποια συνδικάτα, όπως λ. χ,. των μεταλλουργών. Μεταξύ των οργανωτών της σφαγής ήταν και ο ιταλός Stefano Delle Chiaie, ο οποίος «εργάστηκε» για διάφορες βρώμικες ακροδεξιές επιχειρήσεις, όπως η Gladio, η DINA της Χιλής ή οι Γκρίζοι Λύκοι στην Τουρκία. Έτσι, μπήκε τέλος στην αριστερή πολιτική του Campora επί της προεδρίας του οποίου οι εργάτες είδαν να ικανοποιούνται πολλές διεκδικήσεις τους.

Από την ληξιαρχική πράξη γέννησης του Περονισμού το1945 μέχρι την 20 Ιουνίου 1973, η ιδεολογικά στροφή ήταν τεράστια: Ο Περόν, πρώην στρατιωτικός, με καριέρα που ξεκίνησε ως ακόλουθος στην Ιταλία του Μουσολίνι τον οποίο και θαύμαζε και μετά από παραμονή 20 χρόνων στην Ισπανία του μακρόβιου φασιστικού καθεστώτος του Φράνκο, πήρε ανενδοίαστα το μέρος της συντηρητικής πτέρυγας του κόμματος. Οι Montoneros αποβλήθηκαν από τις τάξεις του και το πάνω χέρι το πήραν αυτοί που είχαν «διωχθεί» στην προηγούμενη θητεία του Περόν, δηλαδή η καθολική εκκλησία (ναούς της οποίας έκαιγαν πριν 2 δεκαετίες οι οπαδοί του Περόν) όπως επίσης και οι φιλοαμερικανοί ακροδεξιοί στρατιωτικοί. Ωστόσο, μέχρι τον θάνατο του Περόν τον Ιούλιο του 1974, οι Montoneros κράτησαν σχετικά ήπιους τόνους. Προχώρησαν μόνο σε κανα δυο κινήσεις, όπως π.χ. η εκτέλεση του Jose Ignacio Rucci, γενικού γραμματέα της γενικής συνομοσπονδίας εργατών.

Με την άνοδο της Ιzabela Peron, της αντιπροέδρου και 3ης συζύγου του Περόν και την ένταση της στυγνής αστυνομοκρατίας, οι Montoneros ανέλαβαν δράση. Στις 15 Ιουλίου 1974 είχαν μια θεαματική επιτυχία, καθώς εκτέλεσαν τον πρώην υπουργό Εξωτερικών Arturo Mor Roig. Ακόμη, απήγαγαν δύο μέλη από τα επιχειρηματικά τζάκια Bunge και Borh για την απελευθέρωση των οποίων απέσπασαν αφενός 60 εκατομμύρια δολάρια σε μετρητά και αφετέρου τρόφιμα και ιματισμό αξίας 1,2 εκατομμυρίων που δόθηκαν σε φτωχές οικογένειες και με το ποσό αυτό κατάφεραν… να μπουν στο βιβλίο Guiness για τα ακριβότερα λύτρα που καταβλήθηκαν ποτέ! Ακόμη εκτέλεσαν στελέχη των πολυεθνικών General Motors, Chrysler και Ford, ενώ στις 2 Ιουλίου 1976 πέτυχαν ακόμη ένα άκρως εντυπωσιακό πλήγμα, όταν ανατίναξαν το κτίριο της ομοσπονδιακής αστυνομίας στο BsAs.

Οι ενέργειες αυτές όμως έφεραν την αντίδραση της χούντας η οποία δεν ήταν απλώς σκληρή αλλά ξεπέρασε κάθε όριο απανθρωπιάς. Στη διάρκεια του λεγόμενου «Βρώμικου Πολέμου» στον οποίο πρωταγωνίστησε και ένα «επιφανές τέκνο του ελληνισμού», ο Κριστίνο Νικολαϊδης , υπολογίζεται ότι δολοφονήθηκαν 7.000 υποστηρικτές των Montoneros (επί συνόλου 30.000 «εξαφανισθέντων», πολλοί εκ των οποίων ρίφθηκαν από ελικόπτερα στις εκβολές του Rio del Plata) και ως αποτέλεσμα, αναγκάστηκαν να σταματήσουν τη δράση τους το 1977. Το 1981 ο Mario Firmenich, ο οποίος αυτοεξορίστηκε το 1977 (και ενώ προηγουμένως το 1979 είχε πεθάνει ο διάδοχός του Horacio Mendizabal) κήρυξε τη λήξη της δράσης των Montoneros, ενός από τα 3 ένοπλα περονικά/μαρξιστικά κινήματα μαζί με τα FAR και FAP τα οποία στελέχωναν μαθητές, σπουδαστές (σε ποσοστό μεταξύ 70% και 80% της σπουδάζουσας νεολαίας) κάτοικοι των παραγκουπόλεων (περισσότερες από 50 σε Santa Fe, Rosario και ολόγυρα από το BsAs βρίσκονταν υπό την επιρροή των Μontoneros) και συνδικαλιστές (σε ποσοστά που έφταναν το 40% των τραπεζοϋπαλλήλων, το 20% στις βιομηχανίες τροφίμων και το 30% των εργατών στα ορυχεία). Την εποχή εκείνη εκατοντάδες χιλιάδες φύλλα πωλούσαν τα έντυπα που έλεγχαν τα επαναστατικά μαρξιστικά κινήματα.

Αναμφίβολα μια από τις πιο δυσάρεστες αποφάσεις που εκλήθησαν να εκτελέσουν οι Montoneros ήταν την Πρωτομαγιά του 1974. Σε ένα σύνολο 100.000 ακροατών που παραβρέθηκαν στην ομιλία του Peron στην Plaza de Mayo, οι 60.000 Montoneros αποχώρησαν αφήνοντας την πλατεία να φαίνεται άδεια, όταν ο Peron στη μέση της ομιλίας του, τους αποκάλεσε ξένο σώμα και πράκτορες ξένων δυνάμεων και καλώντας τους οπαδούς του να τους «τιμωρήσουν».


Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012

Ανατροπή


Με μια ακόμη απεργία θα προσπαθήσουν αύριο οι Έλληνες να αμυνθούν στη νέα λαίλαπα των οικονομικών μέτρων που προωθούν η ΕΕ, το ΔΝΤ και η συγκυβέρνηση Σαμαρά, Βενιζέλου, Κουβέλη με στόχο την πλήρη ισοπέδωση της ζωής τους. Εργαζόμενοι, καταστηματάρχες, ταξιτζήδες, έμποροι, συνταξιούχοι, άνεργοι, νέοι θα διαδηλώσουν και πάλι με την ελπίδα ότι ίσως η κυβέρνηση εισακούσει την κραυγή αγωνίας που εκβάλλουν. Στο μεταξύ πολλαπλασιάζεται η δημοσιοποίηση στοιχείων που αποκαλύπτουν ολοένα και περισσότερες πτυχές της κατάρρευσης του βιοτικού επιπέδου του λαού μας. Ανατριχιαστικό είναι π.χ. το στοιχείο ότι από τους περίπου 1.200.000 ανέργους που έχουμε στη χώρα μας, όπως ανακοίνωσε ο ΟΑΕΔ, επίδομα ανεργίας παίρνουν μόνο...185.870 άτομα! Είναι συγκλονιστικό, αν το σκεφθεί κανείς. Ένα εκατομμύριο άνεργοι δεν παίρνουν ούτε καν επίδομα ανεργίας! Αν αυτό δεν είναι δυστυχία και κοινωνική αναλγησία, τότε τι είναι;

Την ίδια στιγμή τρελαίνεται κυριολεκτικά κανείς μόλις μαθαίνει άλλα στοιχεία που παρουσίασε στη Βουλή ο υφυπουργός Οικονομικών Γ. Μαυραγάνης. Οι 1.500 μεγαλύτεροι οφειλέτες του Δημοσίου οφείλουν το απίστευτο ποσό των 13 δισ. ευρώ. Βεβαιωμένες όφειλες. Πόσα εισέπραξε το υπ. Οικονομικών και οι υπηρεσίες του από αυτούς; Μόνο κάτι περισσότερο από το...1 τοις χιλίοις, το ένα χιλιοστό των οφειλομένων -19 εκατ. ευρώ όλα κι όλα! Χρωστούν 13 δισ. και το κράτος τους παίρνει 19 εκατομμύρια. Τι να πει κανείς; Πως να μην αισθανθεί οργή παράλληλα εναντίον της κυβέρνησης, όταν μαθαίνει ότι το υπ. Οικονομικών προωθεί τις κατασχέσεις μισθών, συντάξεων, ενοικίων, τραπεζικών καταθέσεων και IX αυτοκινήτων όσων Ελλήνων πολιτών χρωστούν στο Δημόσιο πάνω από... 300 (ναι, τριακόσια μόνο) ευρώ!!! Υπάρχουν 830.826 πολίτες που χρωστούν από 300 ευρώ μέχρι 5.000 ευρώ. Υπάρχουν επίσης 23.096 οφειλέτες που χρωστούν πάνω από 100.000 ευρώ ο καθένας. Οι 830.000 Έλληνες που απειλούνται με κατασχέσεις αν δεν πληρώσουν την εφορία, χρωστούν όλοι μαζί 1 δις ευρώ.

Αντιθέτως τα μόλις 23.000 φυσικά και νομικά πρόσωπα που το καθένα χρωστάει πάνω από εκατό χιλιάδες, χρωστούν το ιλιγγιώδες ποσό των... 48,6 δισ. ευρώ! Κι όμως η συγκυβέρνηση ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ στήνει μηχανισμούς κατασχέσεων εναντίον 830.000 πολιτών για να εισπράξει 1 δισεκατομμύριο και δεν κυνηγάει τους 23.000 μεγαλοοφειλέτες για να εισπράξει 48 δισεκατομμύρια! Πρόκειται για απερίγραπτο αίσχος. Η κυβέρνηση εκβιάζει τους φτωχούς Έλληνες και αφήνει ανενόχλητους τους ζάπλουτους. Παρωνυχίδα στο θέμα αυτό, αλλά πολύ αποκαλυπτική της κυβερνητικής πολιτικής είναι αυτή η υπόθεση με τις 184 offshore εταιρείες που εμφανίζονται στο Κρανίδι της Αργολίδας να κατέχουν ακίνητα εκατομμυρίων ευρώ με εκπροσώπους-βιτρίνα. Λίστα του ΣΔΟΕ λοιπόν με τις 184 υπεράκτιες εταιρείες που θα έπρεπε να ελεγχθούν δεν οδήγησε στην κινητοποίηση του αναγκαίου ανθρώπινου δυναμικού για να κάνει τον έλεγχο, με αποτέλεσμα ύστερα από δυόμισι μήνες, στο τέλος του 2012, να... παραγράφονται οι οποιεσδήποτε παρανομίες των 161 από αυτές τις offshore! Να δούμε αν μετά το άγριο «κράξιμο» του Τύπου θα ελεγχθούν τελικά αυτές οι υπεράκτιες εταιρείες.

Πολύ αμφιβάλλουμε. Στο μεταξύ, το τι τραβάει ο κοσμάκης και από τις τράπεζες δεν περιγράφεται, καθώς πολλοί Έλληνες εμφανίζονται σε αδυναμία να εκπληρώσουν υποχρεώσεις τους λόγω της άθλιας οικονομικής κατάστασης. Πρώτα πρώτα έφτασαν τα 1.500.000 τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που έχουν καταχωρισθεί στη λίστα του Τειρεσία επειδή είτε δεν πλήρωσαν επιταγές τους είτε δεν πλήρωσαν δόσεις δανείων. Όσο για τις προσπάθειες εξωδικαστικών συμβιβασμών με τις τράπεζες, από τις 40.000 αιτήσεις οδηγήθηκαν τελικά στα δικαστήρια οι 27.000. Στις 3.000 περιπτώσεις που έχει ληφθεί απόφαση, σε πάνω από τις μισές υποθέσεις το δικαστήριο αποφάσισε μερική διαγραφή του χρέους που έφτασε και στο 60%.

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

Κοινωνικές ανισότητες

12/10/2012

Το 2012 το πλουσιότερο 1% του πληθυσμού των ΗΠΑ συγκέντρωε το 93% των ετήσιων κερδών. Τον ίδιο χρόνο τα μεγαλοστελέχη τω επιχειρήσεων έβγαλα κατά μέσο όρο 243 φόρες τον μισθό του μέσου εργαζόμενου (το 1965 ο αντίστοιχος λόγος ήταν δέκα φορές χαμηλότερος δλδ 24:1). Στο διάσημα μεταξύ του 1970 και 2010 ο δείκτης Gini που μετρά την ανισότητα αυξήθηκε στις ΗΠΑ από το 0,35 στο 0,44.

http://www.guardian.co.uk/commentisfree/2012/sep/24/mitt-romney-self-creation-myth

Ανεργία

12/10/2012

18% των ελληνικών οικογενειών δεν υπάρχει ούτε ένας εργαζόμενος.
27% η πραγματική ανεργαί στην Ελλάδα.
Πρόβλεψη για το 2013 -35%
Ανασφάλιστη εργασία -> 35,5% (47,7% αυτών είναι αλλοδαποί)

Πηγή http://goo.gl/kUZfw

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2011

Δημόσιοι Υπάλληλοι


Θα ήταν το πιο μεγάλο ψέμα αυτής της κυβέρνησης, αν τα μέλη της δεν
εψεύδοντο συστηματικώς και για όλα.
Ο μύθος για τους Δημοσίους Υπαλλήλους, τον υπερδιογκωμένο Δημόσιον
Τομέα κι άλλες συναφείς αρλούμπες, τις οποίες με την (προδοτική εν τέλει)
προπαγάνδα πολλών χρυσοκάνθαρων δημοσιογράφων έχει καταπιεί αμάσητες ο
ελληνικός λαός σε μεγάλο ή μικρότερο μέρος του.
Χρόνια τώρα και επ' εσχάτοις με ρυθμό πολυβόλου οι δημόσιοι υπάλληλοι
διασύρονται, λιθοβολούνται, σφαγιάζονται. Υπάρχουν μέσα ενημέρωσης όπως
ο «ΣΚΑΪ» όπου διάφοροι εργαζόμενοι τη επικουρία καλεσμένων βήτα διαλογής,
εν πολλοίς φλούφληδων και φιρφιρίκων, τρώνε για πρωινό δύο Δημοσίους
Υπαλλήλους για μεσημεριανό τρεις και για βραδινό -στα ακριβά ρεστωράν όπου
συχνάζουν- τέσσερις συν καναν ωρομίσθιο!
Μόλις πρόσφατα ο κ. Λοβέρδος μίλησε για 1.000.000 υπαλλήλους !
Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου, της
Eurostat, αλλά και του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας (τα οποία όλα συμπίπτουν)
το σύνολο των υπαλλήλων του «στενού» Δημόσιου Τομέα το 2009 ήταν 511.906 !

Εξ αυτών οι τακτικοί ήταν 460.636, οι συμβασιούχοι αορίστου χρόνου 25.981
και ορισμένου χρόνου 48.880.
Από το 2009 έως σήμερα οι 511.906 δημόσιοι υπάλληλοι έχουν μειωθεί λόγω
της σχέσης συνταξιοδοτήσεων (πέντε έως δέκα) και προσλήψεων (μία). Μάλιστα
τώρα τελευταίως παραιτούνται σωρηδόν. Αντιθέτως έχουν αυξηθεί οι «σύμβουλοι»
και τα λοιπά σαπρόφυτα που προσλαμβάνουν συνεχώς οι αμετανόητοι πασόκιοι,
όμως αυτό είναι μια άλλη ιστορία (που όμως αυξάνει διαρκώς κι ατελέσφορα τις
δημόσιες δαπάνες).

Έχουμε λοιπόν γύρω στους 480.000 Δημοσίους Υπαλλήλους στους οποίους
πρέπει να συνυπολογίσουμε τους στρατιωτικούς, τους εκπαιδευτικούς, τους
υπηρετούντες στα σώματα ασφαλείας και στα νοσηλευτικά ιδρύματα!
Μήπως δεν χρειαζόμαστε (έστω και υποεπανδρωμένα) στρατό, σχολεία,
αστυνομία και νοσοκομεία;
Και οι υπόλοιποι υπάλληλοι που υπηρετούν στα Υπουργεία, τις Περιφέρειες
και τα Δημόσια Καταστήματα, είναι πολλοί; Μας περισσεύουν; Δεν τους
χρειαζόμαστε;
Ας το δούμε κι αυτό.
Το ποσοστό όσων υπηρετούν στην Ελλάδα στο ευρύτερο Δημόσιο, απ' τον
στρατό έως τα σχολεία και τις εφορίες, είναι (ήταν το 2009, τώρα είναι μικρότερο)
στο 9,04% του πληθυσμού της χώρας, ενώ ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ένωση
είναι 9,92%! Στη Δανία, που ουδείς μπορεί να την κατηγορήσει για κακοδιοίκηση,
το ποσοστό είναι 18%!
Κι ακολουθούν η Σουηδία, η Φινλανδία (των εγγυήσεων), η Ολλανδία, η
Γαλλία, η Βρετανία κι άλλοι, πολλοί άλλοι.
Ναι, λένε ορισμένοι (ή βαλτοί ή ηλίθιοι ή θύματα της προπαγάνδας), αλλά σε
εμάς οι δημόσιοι υπάλληλοι μας κοστίζουν περισσότερο.
Ψεύδος κι αυτό! μέγα ψεύδος.
Στην Ελλάδα οι αμοιβές «των εν ευρεία εννοία δημοσίων υπαλλήλων
ανέρχονται στο 10,8% του ΑΕΠ». Στη Δανία, την Πορτογαλία, τη Γαλλία, τη
Σουηδία, τη Βρετανία, την Ιταλία κι άλλες -πολλές- χώρες το ποσοστό κυμαίνεται απ'
το 11% έως το 17% !!
Ναι, λένε πάλι (ή οι βαλτοί ή οι φανατικοί ή οι δογματίλες ή οι μισάνθρωποι),
αλλά σε μας ο Δημόσιος Τομέας κωλοβαράει. Γιατί; Διότι οι δημόσιοι υπάλληλοι
είναι... παλιοχαρακτήρες! Άριστα !!
Παλιοχαρακτήρας μπορεί να 'ναι κι ένας λοστρόμος σε ένα καράβι, αλλά αν το
καράβι πάει ντουγρού στα βράχια το πάει ο καπετάνιος !
Τη δημόσια διοίκηση την έχει ξεσκίσει η εκάστοτε κυβέρνηση.
Μάλιστα η πιο αισχρή και η πιο γελοία (αλλά περιέργως η πιο εύπεπτη απ' την
κοινωνία) πρακτική είναι η αναγωγή της όποιας παθολογίας σε γενίκευση.
Βεβαίως και υπάρχουν κηφήνες δημόσιοι υπάλληλοι, κηφήνες όμως υπάρχουν
παντού. Η γενίκευση ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι κηφήνες, είναι φασιστική.
Και χρήσιμη σε μια κυβέρνηση που θέλει να ξεπατώσει το κράτος αντί να το κάνει
ατμομηχανή της ανάπτυξης...
Γιατί να το ξεπατώσει;
Αλήθεια, ακόμα δεν ξέρετε;

ΣΤΑΘΗΣ Σ.
17.ΙΧ.2011
stathis@enet.gr

Τρίτη 30 Αυγούστου 2011

Η απώλεια της ντροπής


Η ντροπή δεν υπάρχει πλέον. Αυτό το συναίσθημα που μας υπαγορεύει να νιώθουμε μια ταραχή ή ένα αίσθημα αναξιοπρέπειας μπροστά στις συνέπειες μιας φράσης μας ή μιας ενέργειάς μας, που μας οδηγεί να σκύβουμε το κεφάλι, να χαμηλώνουμε τα μάτια, να αποφεύγουμε το βλέμμα του άλλου, να είμαστε ταπεινωμένοι και φοβισμένοι, φαίνεται ότι έχει χαθεί. Σήμερα η ντροπή, αλλά και η δίδυμη αδελφή της η σεμνότητα, δεν αποτελεί πλέον ένα φρένο στο θρίαμβο της επιδειξιομανίας, στην ηδονοβλεψία, τόσο μεταξύ των απλών ανθρώπων όσο και μεταξύ των ηγετικών τάξεων. Η απώλεια αξίας της ντροπής σχετίζεται και με ένα άλλο μοναδικό φαινόμενο: την εξιδανίκευση του κοινότοπου και του ασήμαντου. Το εντυπωσιασμένο βλέμμα των πολλών δεν στρέφεται πλέον προς πρόσωπα ηθικά ή διανοητικά σπουδαία αλλά σε ανθρώπους μέτριους, ανώνυμους, απολύτως όμοιους με τον άνθρωπο του δρόμου ή με τη γυναίκα της διπλανής πόρτας. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που παράγεται από την τηλεόραση, από ορισμένα προγράμματα με μεγάλη ακροαματικότητα, όπως ο «Μεγάλος Αδελφός». Ο Γκίντερ Αντερς, ο γερμανός φιλόσοφος που μετανάστευσε στην Αμερική κατά τη διάρκεια του ναζισμού, έγραψε ότι θα μας υποκλαπεί δόλια «η εμπειρία και η ικανότητα να παίρνουμε θέση». Πώς θα μπορούσε να συμβεί αυτό; Εξαιτίας της τηλεοπτικής εικόνας έχουμε μπροστά μας έναν πολύ ευρύ ορίζοντα «σε άμεση αισθητή θέα, αλλά μόνον μέσα από τις εικόνες του». Συναντάμε την πραγματικότητα «υπό τη μορφή της φαινομενικότητας και της φαντασίωσης», όχι τον «κόσμο» αλλά «ένα καταναλωτικό αντικείμενο που μας το προμηθεύουν κατ' οίκον».

Ο Αντερς εξηγεί: «Οποιος έχει καταναλώσει μέσα στο καλά θερμαινόμενο δωμάτιό του μιαν έκρηξη ατομικής βόμβας με τη μορφή μιας εικόνας που του την προσφέρουν κατ' οίκον, αυτός ήδη θα συνδέσει όλα όσα θα τύχει να ακούσει για την ατομική βόμβα με αυτό το μικροσκοπικών διαστάσεων οικιακό γεγονός και έτσι θα χάσει την ικανότητα να κατανοήσει το ίδιο πράγμα και να πάρει σωστή θέση απέναντί του». Σε αυτό το χωρίο ο Αντερς εστιάζει σε ένα πρόβλημα που μας αγγίζει άμεσα και που επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται και εκδηλώνονται τα συναισθήματά μας, μεταξύ των οποίων και η ντροπή. Η εμπειρία που αποκτάμε είναι εκείνη της έγκρισης που υποκαθιστά τη συναίνεση, δηλαδή του ανεπιφύλακτου ναι, που αποσυνδέεται από κάθε περιεχόμενο. Βρίσκεται σε εξέλιξη μια ασυγκράτητη διαδικασία ομογενοποίησης που βασίζεται στη δημοκρατία της κατανάλωσης, της οποίας η ακροαματικότητα είναι το σύστημα αξιολόγησης αλλά και ο απώτερος σκοπός: θέαμα είναι όλα αυτά που χειροκροτούμε, όσο και αν είναι ακόμα αληθινό ότι δεν είναι όλα θέαμα στον σύγχρονο κόσμο. Σε αυτό το πλαίσιο η ντροπή τείνει να χαθεί, ως ένα συναίσθημα που χαρακτήριζε άλλες εποχές της ανθρωπότητας, στις οποίες η ανάγκη να μας βλέπουν και να βλέπουμε τα πάντα, παντού και πάντοτε, δεν ήταν τόσο σημαντική όσο είναι σήμερα.

Σήμερα η δυνατότητα να βλέπουμε και να μας βλέπουν αναγορεύεται σε απώτερο σκοπό της ύπαρξης των ατόμων. Η ντροπή έχει γίνει ταμπού. Ή καλύτερα έχει μετατραπεί σε ντροπή να μην είμαστε επιτυχημένοι, να μην μας παρατηρούν, να μην μας προσέχουν... η τρομερή ντροπή να είμαστε ο «κανένας», να μην είμαστε αξιοπρόσεκτοι. Ενας ψυχολόγος έγραψε ότι η σύγχρονη ντροπή μας έγκειται στο συναίσθημα της αποτυχίας της επίδειξής μας. Ντρεπόμαστε να ντραπούμε επειδή αυτό συγκεντρώνει την προσοχή όλων στο μοναδικό πράγμα που θέλουμε να κρύψουμε: στην αποτυχία μας. Ο Ζαν Μποντριγιάρ μας είχε προειδοποιήσει μιλώντας για το «τέλειο έγκλημα», που διαιωνίζεται από το θρίαμβο της τηλεόρασης: αν όλα είναι εκτεθειμένα σε θέα, αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει τίποτα πλέον για να δούμε. Η ίδια η πραγματικότητα φαίνεται να χάνεται μέσα στην ολική διαφάνεια. Σύμφωνα με την ψυχαναλύτρια Αννα Μαρία Παντόλφι, είναι πιθανό η επιδειξιομανία και η ηδονοβλεψία, που κυριαρχούν ακαταμάχητες, να είναι στην πραγματικότητα η ένδειξη μιας διαδεδομένης έλλειψης ταυτότητας, δηλαδή ενός εύθραυστου και φτωχικού ναρκισσισμού, «σύμφωνα με τον οποίο το να μας βλέπουν και να είμαστε γνωστοί, όποιο και αν είναι το τίμημα που πληρώνουμε γι' αυτό, φαίνεται να είναι το μοναδικό φάρμακο απέναντι στον κίνδυνο να νιώθουμε ότι δεν έχουμε καμιάν αξία».

Σε ό,τι αφορά την ντροπή, δεν είναι πλέον αληθινό, όπως ήταν στο παρελθόν, ότι αυτό το συναίσθημα αποτελεί σε κάθε περίπτωση μιαν αξία. Η ντροπή ήταν αυτό που διέκρινε την ανθρώπινη ύπαρξη από τα ζώα. Η ντροπή της σύγχρονης κοινωνίας είναι, όπως έχει λεχθεί, μια «επιδερμική ντροπή» (Αγκνες Χέλερ) ή, όπως λένε οι ψυχολόγοι, μια «αμοραλιστική ντροπή». Δεν είναι μια αληθινή ντροπή αλλά μια επιφανειακή ντροπή, που συνδέεται ακριβώς με την ηθική της επιτυχίας, με τον πιο βαθύ κομφορμισμό ο οποίος, παρά τα τόσα λόγια που ξοδεύει για να εξυψώσει το άτομο, το τυποποιεί όλο και περισσότερο. Οπως μας εξηγούν οι ψυχολόγοι, η «ηθική ντροπή» προϋποθέτει τη στενή σύνδεση αισθήματος ενοχής και ντροπής. Η αμοραλιστική ντροπή αντίθετα δεν συνδέεται πλέον με κάποιον κανόνα αλλά μόνο με μοντέλα κατανάλωσης, με κοινωνικές ετικέτες, με προσωπική εξουσία ή με την έκβαση του σεξουαλικού ανταγωνισμού για την κατάκτηση μιας γυναίκας ή ενός άνδρα. Η απώλεια της ντροπής

ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ (αναδημοσίευση από την Ελευθεροτυπία)

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ είναι ένα απόσπασμα από το βιβλίο του ιταλού δημοσιογράφου και
συγγραφέα Μάρκο Μπελπολίτι «Senza vergogna» (Guanda, 2010).

Παρασκευή 18 Μαρτίου 2011

Παρασκευή 22 Οκτωβρίου 2010

Σπιναλόγκα

Η Σπιναλόγκα είναι μια βραχονησίδα στην είσοδο του κόλπου της Ελούντας στον Νομό Λασιθίου. Πάνω στα κακοτράχαλα εδάφη της γράφτηκαν μερικές από τις πιο μαύρες σελίδες ανθρώπινου πόνου και δυστυχίας στη νεότερη ιστορία της Ελλάδας.

Η αρχή της ιστορίας
Η έκταση του μικρού αυτού νησιού είναι μόλις 85 στρέμματα, ενώ το ψηλότερο βουνό της δεν ξεπερνά σε ύψος τα 53 μέτρα. Το 1715 κατελήφθη από τους Τούρκους, ενώ στα τέλη του 19ου αιώνα υπολογίζεται ότι κατοικούνταν από περισσότερες των 200 οικογενειών. Το 1903, όμως, έμελλε ο χαρακτήρας του νησιού να αλλάξει δραματικά, όταν ο ύπατος αρμοστής της Κρητικής Πολιτείας πρίγκιπας Γεώργιος αποφάσισε να το μετατρέψει σε λεπροκομείο, μεταφέροντας τους ασθενείς που ζούσαν στην περιοχή 'Μεσκινιά’’ έξω από το Ηράκλειο, επειδή αποτελούσαν όπως πίστευαν εκείνη την εποχή, εστία μόλυνσης για τις γύρω περιοχές.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, η λέπρα (ή νόσος του Χάνσεν ή 'λώβη') βρισκόταν σε ιδιαίτερη έξαρση και οι ασθενείς λόγω της αποκρουστικής τους όψης προκαλούσαν τρόμο στους τοπικούς πληθυσμούς. Επίσης, εκτός από τον ασθενή, στιγματιζόταν και ολόκληρη η οικογένειά του και καταδικαζόταν σε απομόνωση, ενώ αποκαλούσαν τα μέλη της 'λεπρόσογο'. Η κρατική μέριμνα ήταν παντελώς ανύπαρκτη και οι ασθενείς διαγράφονταν ακόμη και από τα δημοτολόγια, ζώντας αποκλειστικά από την ελεημοσύνη των συνανθρώπων τους.

Το νέο λεπροκομείοΤις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα που λειτούργησε το λεπροκομείο στη Σπιναλόγκα, οι άνθρωποι δεν γνώριζαν ότι το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού είχε φυσική ανοσία απέναντι στην ασθένεια και ο κίνδυνος μετάδοσης της λέπρας ήταν πολύ μικρός, εφόσον τηρούνταν οι βασικές συνθήκες υγιεινής. Έτσι, ένα νησάκι κοντά στην ξηρά, για την εύκολη μεταφορά τροφίμων και εφοδίων, ήταν η ιδανική λύση απομόνωσης των ασθενών και υποτιθέμενης προστασίας του υγιούς πληθυσμού. Επιπλέον, η στέγαση των ασθενών ήταν εύκολη και ανέξοδη, αφού υπήρχαν πολλά άδεια σπίτια, μετά την αποχώρηση των μουσουλμάνων κατοίκων της.
Η μεταφορά των λεπρών, πάντως, εξυπηρετούσε και ένα δεύτερο κρυφό σκοπό: την απομάκρυνση των τελευταίων τουρκικών οικογενειών από τη Σπιναλόγκα, οι οποίες αρνούνταν να αποχωρήσουν από την περιοχή ελέγχου της Κρητικής Πολιτείας. Με την εγκατάσταση των λεπρών στο νησί, οι εναπομείναντες μουσουλμάνοι κάτοικοι το εγκατέλειψαν χωρίς δεύτερη σκέψη. Στις 14 Δεκεμβρίου 1904 μεταφέρθηκαν στο λεπροκομείο της Σπιναλόγκας, που πήρε το όνομα 'Άγιος Παντελεήμων’’, οι πρώτοι 251 λεπροί απ’ όλη την Κρήτη. Στη συνέχεια, μετά το 1913, μεταφέρθηκαν σταδιακά ασθενείς προερχόμενοι από την υπόλοιπη Ελλάδα, αλλά και από χώρες του εξωτερικού, αυξάνοντας τον αριθμό των ασθενών σε παραπάνω των χιλίων. Η Σπιναλόγκα μετατράπηκε την περίοδο εκείνη σε 'Διεθνές Λεπροκομείο’’, χωρίς καμία ουσιαστική οργάνωση, με χαρακτηριστικά πραγματικής τρώγλης.
Λίγα χρόνια μετά την ίδρυσή του, στο λεπροκομείο της Σπιναλόγκας άρχισαν να στέλνονται λεπροί απ’ όλη τη χώρα και ιδίως οι πιο 'ανυπάκουοι’’ και 'αντιδραστικοί’’. Απέναντι, δε, από τη Σπιναλόγκα, αναπτύχθηκε ένας μικρός συνοικισμός, η Πλάκα, όπου δημιουργήθηκε ένα πανδοχείο για τους επισκέπτες, αλλά και λίγα, υπαίθρια κυρίως, καταστήματα με τρόφιμα και άλλα είδη πρώτης ανάγκης για τους λεπρούς και για όσους τους επισκέπτονταν. Επιπλέον, στη δεκαετία του 1930 χτίστηκαν και νέες κατοικίες στο νησί, που προστέθηκαν στις ήδη υπάρχουσες, ενώ για τη διάνοιξη περιμετρικών δρόμων χρειάστηκε να γκρεμιστούν τμήματα του παλιού ενετικού φρουρίου.

Το θλιβερό παρελθόνΜέχρι τη μεταφορά τους στη Σπιναλόγκα, οι λεπροί ζούσαν απομονωμένοι σε οριοθετημένες συνοικίες, σε ασβεστωμένα σπίτια, που λέγονταν 'μεσκινιές’’, ενώ αποκαλούνταν από τους υπόλοιπους υγιείς συνανθρώπους τους 'λουβιάρηδες’’, 'μεσκίνηδες’’ ή ‘’κομμένοι’’. Ο αμαθής πληθυσμός της εποχής εκείνης τρόμαζε στη θέα των παραμορφωμένων ασθενών και τους ανάγκαζε να φορούν κουδουνάκια, ώστε να γίνεται αντιληπτή η παρουσία τους και να απομακρύνεται έγκαιρα ο κόσμος. Πολλές φορές, μάλιστα, όταν παραβιάζονταν οι όροι της 'μεσκινιάς’’, ήταν δυνατόν ο λεπρός να λιθοβοληθεί ή και να πυροβοληθεί. Επίσης, η λέπρα προξενούσε πρόσθετο φόβο και δέος, επειδή θεωρούνταν και θρησκευτική ασθένεια, εξαιτίας των αναφορών στη ζωή του Χριστού σε θεραπεία λεπρών.

Ο τραγικός αποχωρισμός
Κατά τη διάρκεια του αποχωρισμού των ασθενών από τις οικογένειές τους, εκτυλίσσονταν συχνά τραγικές σκηνές. Αναφέρεται, μάλιστα, ότι μια κοπέλα, μη αντέχοντας να αποχωριστεί τον άντρα της, έκανε μπροστά στους χωροφύλακες που τον έπαιρναν μια ένεση με αίμα στο μπράτσο της, λέγοντας ότι είναι το αίμα του συζύγου της και έχει ήδη μολυνθεί, ώστε να την πάρουν και αυτή στο νησί. Τελικά η κοπέλα μεταφέρθηκε μαζί του στο νησί, αλλά δεν νόσησε ποτέ, ενώ ο άντρας της πέθανε αργότερα στην αγκαλιά της, χτυπημένος από τα βαριά προβλήματα που του κληροδότησε η λέπρα.
Σε μια άλλη περίπτωση, μια γυναίκα κρύφτηκε τη νύχτα στο καΐκι που θα μετέφερε το πρωί τους ασθενείς από τα Χανιά στη Σπιναλόγκα και έτσι κατάφερε να καταλήξει στο νησί μαζί με το σύζυγό της, προκειμένου να βρίσκεται μαζί του και να τον φροντίζει.
Στη Σπιναλόγκα, επίσης, υπήρχαν και μερικοί κάτοικοι που δεν είχαν προσβληθεί από τη νόσο, συνήθως σύζυγοι ή γονείς λεπρών που δεν ήθελαν να αποχωριστούν και να αφήσουν, αβοήθητα στην μοίρα τους τα αγαπημένα τους πρόσωπα.

Η δραματική διαβίωση
Αν και το νησί διέθετε γιατρό και νοσοκόμους, οι συνθήκες νοσηλείας, αλλά και γενικότερης διαβίωσης των ασθενών ήταν άθλιες, αφού ζούσαν σε μισοκατεστραμμένες κατοικίες με ένα μικρό επίδομα που τους χορηγούσε η πολιτεία, το οποίο δεν έφτανε να καλύψει ούτε τις βασικές τους ανάγκες. Σε όσους το επέτρεπε η κατάσταση της υγείας τους, προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν τροφή ψαρεύοντας ή καλλιεργώντας τη γη. Δεν ήταν σπάνιο, ακόμη, κάποιοι ασθενείς να δραπετεύουν και να αναζητούν τροφή σε απέναντι χωριά. Όσοι από τους 'παραβάτες' συλλαμβάνονταν, κλείνονταν σε μία απάνθρωπη φυλακή, με ακόμη αθλιότερες συνθήκες διαβίωσης. Παρ’ όλες τις αντιξοότητες, όμως, οι ανθρώπινες ψυχές όχι μόνο δεν το έβαλαν κάτω, αλλά ανέπτυξαν μια ιδιόρρυθμη κοινωνικότητα, με δικούς της κανόνες και αξίες.
Αναφερόταν, ακόμη, σε δημοσιευμένα κείμενα της δεκαετίας του 1930, ότι οι ασθενείς στη Σπιναλόγκα, μη έχοντας καμία εργασία, 'διασκέδαζαν’’ κοιτάζοντας τη θάλασσα, παίζοντας μερικά απλά παιχνίδια ή μερικά όργανα μουσικής. Άλλες φορές γλεντούσαν, έπιναν και μεθούσαν, καταριούνταν μεγαλόφωνα την τύχη τους, μισούσαν ή αγαπούσαν τους υπόλοιπους συνοδοιπόρους τους. Μέσα στην πολυετή λειτουργία του λεπροκομείου, μερικοί λεπροί έπεσαν στη θάλασσα να πνιγούν ή αυτοκτόνησαν με άλλους τρόπους για να ξεφύγουν από τη φρικτή ζωή τους, ενώ λιγοστοί κατάφεραν να δραπετεύσουν κολυμπώντας και να ξεφύγουν για πάντα από το νησί. Πολλοί, πάντως, από τους ασθενείς στο νησί πέθαιναν τελείως αβοήθητοι, παραμορφωμένοι, τυφλοί ή ακρωτηριασμένοι, μέσα σε φρικτούς πόνους.

Μια ζωή χωρίς μέλλον
Η σωματική επαφή ασθενών και υγιών, όπως ήταν το υγειονομικό προσωπικό και οι επισκέπτες, απαγορευόταν αυστηρά, ενώ τα χρήματα που χρησιμοποιούνταν για τις συναλλαγές αποστειρώνονταν υποχρεωτικά από ειδικό υπάλληλο, ώστε να μη μεταδώσουν τη νόσο. Αν και οι γάμοι μεταξύ χανσενικών τυπικά απαγορεύονταν, πολλοί ασθενείς συνδέθηκαν μεταξύ τους και έκαναν δεκάδες παιδιά, τα οποία δεν νοσούσαν. Τα παιδιά αυτά μεταφέρονταν υποχρεωτικά από το κράτος σε ειδικό παιδικό σταθμό στην Αθήνα, όπου παρακολουθούνταν και, εφόσον ήταν υγιή, δίνονταν για υιοθεσία. Το εξιτήριο από τη Σπιναλόγκα ήταν πολύ δύσκολο να αποκτηθεί και δίνονταν μόνο μετά από τρεις διαδοχικές αρνητικές εξετάσεις από τους γιατρούς του νησιού, γεγονός αρκετά σπάνιο, αφού δεν υπήρχε, μέχρι το 1948, καμία θεραπεία για τη νόσο.
Μια λαμπερή ακτίνα φωτός

Η ζωή των λεπρών άλλαξε το 1936, όταν μεταφέρθηκε στη Σπιναλόγκα ο Επαμεινώνδας Ρεμουνδάκης, τριτοετής φοιτητής της Νομικής, χτυπημένος, μετά την αδελφή του που ήταν ήδη στο νησί, από τη νόσο. Ο Ρεμουνδάκης, ένας από τους λίγους μορφωμένους ασθενείς, δεν αφέθηκε μοιρολατρικά στην αθλιότητα της ζωής στο νησί, αλλά αγωνίστηκε με πάθος να καλυτερεύσει τις συνθήκες ζωής των χανσενικών, απαιτώντας από την πολιτεία καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και νοσηλείας.

Μερικές από τις πρωτοβουλίες που πήρε ήταν: ίδρυσε την 'Αδελφότητα Ασθενών Σπιναλόγκας’’, οργάνωσε υπηρεσία καθαριότητας κοινόχρηστων χώρων, δημιούργησε θέατρο, κινηματογράφο, καφενεία και κουρείο (που εκμεταλλεύονταν οι ίδιοι οι ασθενείς), έφερε ασβέστη για την απολύμανση των σπιτιών και την εξαφάνιση της ενοχλητικής δυσοσμίας, φύτεψε δέντρα, έφερε ηλεκτρογεννήτρια για ρεύμα στο νησί, πριν ακόμη αποκτήσει ακόμη και η Πλάκα, το απέναντι χωριό και τοποθέτησε μεγάφωνα στους δρόμους που έπαιζαν κλασική μουσική.

Μια νέα ζωή…
Οι ασθενείς, με τις προτροπές του Ρεμουνδάκη, ασχολούνταν με διάφορα επαγγέλματα, ενώ άρχισε να αναπτύσσεται στοιχειώδες εμπόριο, να λειτουργεί σχολείο, με λεπρό δάσκαλο, αλλά και να εκδίδεται ακόμη και σατιρικό περιοδικό. Με το μικρό επίδομα που τους έδινε η Πολιτεία, αγόραζαν τα απαραίτητα τρόφιμα από ένα μικρό παζάρι που στηνόταν στην είσοδο του νησιού από ντόπιους παραγωγούς, που έρχονταν από την Πλάκα με βάρκες, οι οποίοι πληρώνονταν με τα χρήματα που είχαν πριν απολυμανθεί. Ήταν τέτοια η προκατάληψη των χωρικών της Πλάκας, πάντως, που έφταναν στο σημείο να πετούν στη θάλασσα όσο εμπόρευμα έμενε απούλητο, αρνούμενοι να το γυρίσουν στο χωριό τους και να μολύνουν, όπως πίστευαν, τους δικούς τους. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι στο νησί υπήρχε εκκλησία, ο Άγιος Παντελεήμονας, την οποία λειτουργούσε εθελοντικά ένας γενναίος, μη λεπρός, ιερέας. Λίγο πριν πεθάνει, ο ίδιος ο Ρεμουνδάκης, είχε πει σε μια συνέντευξή του τι είδε μόλις έφτασε: 'Στη Σπιναλόγκα όλα προχωρούσαν προς το θάνατο, γιατί το πνεύμα της δημιουργίας δεν υπήρχε. Οι άνθρωποι στο νησί έμεναν με σκοπό να πεθάνουν εκεί, χωρίς καμιά ελπίδα’’.

Με τις παρεμβάσεις του φοιτητή της Νομικής, η ποιότητα ζωής των λεπρών βελτιώθηκε σημαντικά, όπως αναφέρει και ένας θεραπευμένος χανσενικός, που βρίσκεται ακόμη στη ζωή, ο 87χρονος Μανώλης Φουντουλάκης: 'Από μια στιγμή και μετά το νησί δεν ήταν κολαστήριο. Ήταν ένα χωριό εγκλείστων, με τους καλούς, τους τζαναμπέτηδες και τους ζαμανφουτίστες’’. Ο ίδιος ο Φουντουλάκης, που παντρεύτηκε την αγαπημένη του Λενιώ (η οποία αψήφισε την ασθένειά του) και έκανε μαζί της μία υγιή κόρη που έγινε γιατρός, είχε πει ακόμη σε μια συνέντευξή του: 'Έμεινα χρόνια φυλακισμένος, χωρίς να έχω κάνει έγκλημα, βιώνοντας είτε την απέχθεια, είτε τη συμπόνοια των επισκεπτών του νησιού, που αρέσκονταν να φωτογραφίζουν ψυχρά τα ανθρώπινα ράκη και στη συνέχεια να φεύγουν δήθεν συγκλονισμένοι από το αποκρουστικό θέαμα…’’.

Η περίοδος της Κατοχής
Η Σπιναλόγκα ήταν το μόνο, ίσως, μέρος της Ελλάδας που δεν κατέλαβαν οι Γερμανοί στη διάρκεια της Κατοχής, φοβούμενοι τη μετάδοση τη νόσου. Έτσι, αφού εκκένωσαν και οχύρωσαν το απέναντι χωριό, την Πλάκα, φοβούμενοι απόβαση των συμμάχων, αναγκάστηκαν να στέλνουν οι ίδιοι τρόφιμα στους ασθενείς του νησιού, για να μην φτάσουν στην ξηρά και μολύνουν τα στρατεύματά τους.

Οι πρώτες αντιδράσεις
Με το πέρασμα των χρόνων, πολλοί από τους επισκέπτες του νησιού εξοργίστηκαν από τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης και εξέφρασαν τη διαμαρτυρία τους στέλνοντας επιστολές στην ελληνική κυβέρνηση.

Ένας από αυτούς, ο νομάρχης Λασιθίου, έστειλε το 1925 μια επιστολή στον Ελ. Βενιζέλο, στηλιτεύοντας την ακαταλληλότητα του νησιού για λεπροκομείο: 'Και ως ειρκτή καταδίκων και ως τάφος ακόμη είναι ανεπαρκής. Επισκεφθείς αυτό απεκόμισα τας χειρίστας εντυπώσεις και ίσως μόνη η μεγάλη φαντασία ενός Δάντη θα ηδύνατο να περιγράψει. Υπέρ τα διακόσια ανθρώπινα άθλια πλάσματα, πάσης ηλικίας, κοινωνικής θέσης, φύλου και σωματικής παραμορφώσεως, έχουν εκεί εγκαθειρχθεί εν πλήρει απογνώσει, άνευ συναισθήσεως ηθικών ή και γραπτών νόμων...’’.

Η αρχή του τέλους…
Μετά από πολλά χρόνια ερευνών, το 1948 ανακαλύφθηκε στην Αμερική το πρώτο φάρμακο για την αντιμετώπιση της λέπρας. Έτσι, οι ασθενείς άρχισαν να θεραπεύονται και η Σπιναλόγκα άδειασε σταδιακά από τους ασθενείς, μέχρι και το 1957, οπότε αποχώρησαν και οι τελευταίοι και το λεπροκομείο έκλεισε οριστικά. Οι λίγοι λεπροί που είχαν βρίσκονταν σε πολύ άσχημη κατάσταση, μεταξύ αυτών και ο Ρεμουνδάκης, μεταφέρθηκαν στο λεπροκομείο της 'Αγίας Βαρβάρας’’ στο Αιγάλεω που λεγόταν νοσοκομείο 'Λοιμωδών Νόσων’’.

Πολλοί, πάντως, ασθενείς αρχικά αρνούνταν να εγκαταλείψουν το νησί, πιστεύοντας ότι το 'στίγμα’’ της νόσου δεν είχε φύγει ακόμη από πάνω τους και από τα βλέμματα των συνανθρώπων τους και ότι ποτέ πια δεν θα τους δεχτούν ως ισότιμα μέλη στις 'καθαρές’’ κοινωνίες τους.

Αναφέρεται, επίσης, ότι ο μόνος που δεν δέχθηκε να εγκαταλείψει το νησί ήταν ένας ιδιόρρυθμος Κρητικός λυράρης, που δεν ήταν και λεπρός, ο Αντώνης Παπαδάκης ή 'Καρεκλάς', ο οποίος επέλεξε να ζει με τους λεπρούς. Μετά το κλείσιμο του λεπροκομείου και τη διακοπή του εφοδιασμού, πάσχοντας από σοβαρή πλέον ψυχική διαταραχή, παρέμεινε στο νησί τρώγοντας αγριόχορτα και σαύρες, ενώ χρειάστηκε να απομακρυνθεί και να γυρίσει με τη βία στο σπίτι του στην Κρήτη.
Από το κολαστήριο ψυχών, στο τουριστικό αξιοθέατο…

Μετά την αναχώρηση και των τελευταίων ασθενών το 1957, το νησί εγκαταλείφθηκε, παρέμεινε ακατοίκητο για πολλά χρόνια, ενώ πολλά κτίρια κατεδαφίστηκαν. Η Σπιναλόγκα στις μέρες μας, μετά από πολλά χρόνια εγκατάλειψης, χαρακτηρίστηκε διατηρητέο μνημείο και αρχαιολογικός χώρος και δέχεται επισκέψεις δεκάδων χιλιάδων τουριστών με πλοιάρια, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, άρχισε η συστηματική αναστήλωση και επισκευή πολλών παλαιών κτισμάτων, δρόμων και ενετικών τειχών.

Περισσότερο γνωστή έγινε, όμως, η Σπιναλόγκα από την τηλεοπτική σειρά 'Το νησί’’ που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο που έγραψε η Βρετανίδα συγγραφέας Βικτώρια Χίσλοπ, το οποίο μεταφράστηκε σε 14 γλώσσες, πούλησε πάνω από 2 εκατομμύρια αντίτυπα σε όλον τον κόσμο. Η σειρά που ξεκίνησε να προβάλλεται στην ελληνική τηλεόραση τον Οκτώβριο του 2010 αναπαριστά με πολύ πειστικό τρόπο, τόσο τη συγκεκριμένη εποχή, όσο και τις συνθήκες ζωής των λεπρών και των οικογενειών τους.

Ζωές άδικα πεταμένες στα σκουπίδια…
Παρά την προαιώνια προκατάληψη του κόσμου και τις διαχρονικές κραυγές ρατσισμού και ανθρωποφοβίας, η πραγματικότητα λέει ότι η λέπρα είναι μια νόσος που μεταδίδεται πολύ δύσκολα και θεραπεύεται πλήρως από τη σύγχρονη ιατρική. Οι άμοιροι ασθενείς, μεταφέρονταν στο παρελθόν στο νησί με τη βία σε ένα κολαστήριο σωμάτων και ψυχών, από το οποίο, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, δεν κατάφερναν ποτέ να ξεφύγουν και να επανέλθουν στην φυσιολογική τους ζωή.

Η Σπιναλόγκα, το νησί των λεπρών, αποτελεί αναμφίβολα μια μαύρη σελίδα στην ιστορία της νεότερης Ελλάδας, ενώ τα απομεινάρια της ντροπής, ακόμη και σήμερα, στέκουν αγέρωχα και μαρτυρούν τον ανείπωτο πόνο χιλιάδων ανθρώπων, οι οποίοι θανατώθηκαν ψυχικά και σωματικά, όχι μόνο από την ίδια τη νόσο, αλλά κυρίως από την σκληρή και άδικη συμπεριφορά των συνανθρώπων τους...

Η ΛΕΠΡΑ
Η λέπρα, η οποία ονομάζεται αλλιώς και νόσος του Χάνσεν, προκαλείται από το μυκοβακτηρίδιο της λέπρας (Mycobacterium leprae) και ανακαλύφθηκε από το Νορβηγό γιατρό Αρμ. Χάνσεν το 1873. Η νόσος ήταν γνωστή στην αρχαία Αίγυπτο και στις Ινδίες εδώ και 4.000 χρόνια. Μέχρι σήμερα, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ακριβώς τον τρόπο μετάδοσης της ασθένειας. Πιθανότατα, η λέπρα μεταδίδεται με την στενή και συχνή επαφή με ανθρώπους που είναι ήδη μολυσμένοι με το μυκοβακτηρίδιο που την προκαλεί. Το βακτηρίδιο μπορεί να εισέλθει στο σώμα διαμέσου της μύτης ή του προσβεβλημένου δέρματος. Το 95%, πάντως, του πληθυσμού διαθέτει φυσική ανοσία και δεν μπορεί να προσβληθεί από τη λέπρα. Ο καλύτερος τρόπος προστασίας από τη νόσο είναι η αποφυγή επαφής με τα σωματικά υγρά και το δέρμα των ασθενών.
Ο χρόνος επώασης της νόσου θεωρείται ότι μπορεί να κυμαίνεται από 9 μήνες έως 20 χρόνια. Η νόσος συνήθως ξεκινά με μια κόκκινη κηλίδα κάπου στο δέρμα, η οποία στη συνέχεια απλώνεται παντού, προκαλώντας σημαντικές αλλοιώσεις. Επιπλέον, δημιουργούνται βλάβες του δέρματος τις οποίες ο ασθενής δεν αισθάνεται και δεν νιώθει πόνο, τα νεύρα διογκώνονται, οι μύες ατροφούν, χάνεται η αισθητικότητα των άκρων και το σώμα (ιδίως το πρόσωπο) παραμορφώνεται, παίρνοντας φρικιαστική όψη. Η αναισθησία και η ατροφία καθιστά τα άκρα ευάλωτα σε τραυματισμούς ή εγκαύματα και μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια δακτύλων ή και ολόκληρων χεριών ή ποδιών. Ακόμα, στους λεπρούς εμφανίζεται απώλεια τριχών στα φρύδια και στα βλέφαρα, παραμορφώσεις στα χέρια και στα πόδια, καθώς και βλάβες στα μάτια ή και τύφλωση, λόγω προσβολής του οπτικού νεύρου. Η λέπρα δεν είναι θανατηφόρος ασθένεια, αλλά μπορεί να προκαλέσει απώλεια της ζωής, λόγω σοβαρών λοιμώξεων στο δέρμα των ασθενών.
Στις μέρες μας, η ασθένεια θεραπεύεται, με λήψη αντιβίωσης, για μεγάλο χρονικό διάστημα. Για τους ασθενείς που λαμβάνουν την κατάλληλη θεραπεία, πλέον, δεν υπάρχουν περιορισμοί στην εργασία, στο σχολείο ή σε άλλες κοινωνικές δραστηριότητες και συναναστροφές. Εφόσον ξεκινήσει η θεραπεία, η νόσος παύει να είναι μεταδοτική και ο ασθενής μπορεί να συνεχίζει κανονικά τις καθημερινές του ασχολίες.

Η μεταφορά
στο νησί

Πολύ συχνά οι λεπροί μεταφέρονταν στο νησί με τη βία, πολλές φορές και με χειροπέδες, ενώ όσοι πήγαιναν εκεί γνώριζαν ότι δεν θα γυρίσουν ποτέ ξανά στα σπίτια τους και στην προηγούμενη ζωή τους. Στο λιμάνι, μάλιστα, όπου έφταναν οι βάρκες με τους ασθενείς, υπήρχε μια επιγραφή που έγραφε: 'Ο εισερχόμενος να αποθέσει κάθε ελπίδα’’. Επιπλέον, επί σειρά ετών οι νεοφερμένοι ασθενείς οδηγούνταν σε κλειστούς χώρους, σαν φυλακές, ενώ πίσω τους έκλεινε και τους απομόνωνε για πάντα από τον κόσμο μια βαριά καγκελόπορτα.


Γράφει ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΕΦΑΝΟΓΙΑΝΝΗΣ* (Χανιώτικα Νέα)

Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2010

Antanas Mockus

Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε μια πολύ άσχημη πόλη. Βία, εγκλήματα, κυκλοφοριακό, ατυχήματα, ναρκωτικά, βρωμιά και γκρίζοι δυστυχισμένοι πολίτες. Και δεν ήταν καμιά μικρή πόλη, είχε έξι μύρια κατοίκους που είχαν παραδοθεί εντελώς στην μαυρίλα. Ένα πρωί, ο διευθυντής του Πανεπιστημίου της πόλης που ήταν μαθηματικός και φιλόσοφος, εκεί που πήγαινε στη δουλειά του και βλέποντας την κατάντια της πόλης του, πήρε μια πολύ κουφή απόφαση.

Δήλωσε την παραίτησή του στο Πανεπιστήμιο, λέγοντας πως ήθελε να διευρύνει την διδασκαλία του και στα έξι εκατομμύρια κατοίκους. Στους μαθητές του στο Πανεπιστήμιο, ο καθηγητής αυτός ήταν γνωστός για τους περίεργους τρόπους διδασκαλίας του. Για παράδειγμα, μια φορά που επικρατούσε χάβρα στο μάθημα, κατάφερε να επαναφέρει την τάξη κατεβάζοντας τα βρακιά του.

Γενικά δηλαδή, εφεύρισκε αστείους και εντελώς ανορθόδοξους τρόπους για να πετυχαίνει το σκοπό του και περιέργως, πάντα τα κατάφερνε. Για την προεκλογική καμπάνια του λοιπόν, φόρεσε μια στολή σούπερμαν, αυτοχρίστηκε "υπερπολίτης" και αμολύθηκε στους δρόμους βάζοντας ταυτόχρονα υποψηφιότητα για δήμαρχος. Έφερε πολύ γέλιο στον κόσμο αλλά επειδή όπως έλεγαν, είχε αρκετά ειλικρινή φάτσα, τον ψήφισαν.

Ο καινούργιος δήμαρχος όμως δεν είχε καμία σχέση με τους προηγούμενους. Η πρώτη του κίνηση ήταν να προσλάβει 20 μίμους και να τους σκορπίσει στους δρόμους της πόλης. Η δουλειά τους ήταν να χλευάζουν όσους παραβίαζαν τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας. Σιγά, θα μου πείτε. Οι πολίτες όμως (που εννοείται στα τέτοια τους οι κανόνες οδικής συμπεριφοράς), άρχισαν να συμμορφώνονται γιατί αποδείχτηκε πως τους πείραζε πολύ περισσότερο η δημόσια κοροιδία, παρά τα πρόστιμα.

Αμέσως μετά, βγήκε σε διάφορες τηλεοπτικές εκπομπές και έκανε ντους κατατσίτσιδος live, κλείνοντας την παροχή νερού ενώ σαπουνιζόταν, για να δείξει στους πολίτες πώς μπορούν να εξοικονομούν νερό. Και βουαλά! Η κατανάλωση νερού αμέσως έπεσε.

Όρισε Ημέρα Γυναίκας όπου οι άντρες θα φρόντιζαν τα παιδιά και οι γυναίκες θα έβγαιναν βόλτα στην πόλη. Αυτό, ήταν ανήκουστο γιατί η συγκεκριμένη πόλη ήταν πολύ επικίνδυνο μέρος τα βράδια, ενώ οι γυναίκες δεν έβγαιναν βόλτες σχεδόν ποτέ ως τότε. 700.000 γυναίκες γέμισαν τους δρόμους πανηγυρίζοντας ενώ ακόμη και o αρχηγός της αστυνομίας ήταν γυναίκα εκείνο το βράδι.

Το καλύτερο; Μοίρασε στους πολίτες ταμπέλες με thumbs up και thumbs down για να επιδοκιμάζουν ή να αποδοκιμάζουν δημόσια τις πράξεις των συμπολιτών τους. Πράγμα φυσικά που δεν έχασαν την ευκαιρία να το ξεφτιλίσουν δεόντως αλλά όλως περιέργως, ειρηνικά. Το ομαδικό κράξιμο ήταν ό,τι έπρεπε τελικά.

Γενικώς σκαρφιζόταν αστείες ή περίεργες καμπάνιες για κάθε τί που ήθελε να πετύχει, όπως όταν ζήτησε να του τηλεφωνήσει (στο προσωπικό του γραφείο μάλιστα) όποιος πολίτης συναντούσε έστω κι έναν υποδειγματικό ταξιτζή. Σύντομα, 150 τηλεφωνήματα συντέλεσαν στο να δημιουργηθεί ομάδα ταξιτζίδων που ο δήμαρχος ονόμασε Ιππότες της Ζέβρας (αχαχχχ) και είχαν την προσωπική του υποστήριξη.

Ίδρυσε επίσης ταμείο εθελοντικών φόρων για όσους ήθελαν να δώσουν παραπάνω χρήματα (!) στο δημοτικό ταμείο. Φυσικά και μάζεψε χρήματα.

Τέλος, προσπαθώντας να δείξει πόσο σημαντική είναι η ανθρώπινη ζωή, ζωγράφισε αστέρια σε κάθε σημείο θανάτου από τροχαίο στην πόλη, πράγμα εξαιρετικά έξυπνο γιατί το αποτέλεσμα ήταν πανέμορφο αλλά και ιδιαίτερα σοκαριστικό.

Όχι, δεν είναι παραμύθι. Πρόκειται για τον Κολομβιανό Antanas Mockus, τον δήμαρχο της Μποκοτά το 1993. Μετά το πέρας της θητείας του, ο παράξενος αυτός δήμαρχος, ξεκίνησε διαλέξεις αναλύοντας τα συμπεράσματά του από το κοινωνικό του πείραμα. Ένα από τα συμπεράσματά του είναι πως η γνώση δίνει δύναμη αρκεί να καταφέρεις να τη μεταδώσεις μέσω της τέχνης, του χιούμορ και της δημιουργικότητας. Μόνο έτσι οι άνθρωποι αποδέχονται τις αλλαγές.

Όλο το άρθρο και τα αποτελέσματα των πρακ

Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου 2010

Μολότοφ

Οι βόμβες (ή κοκτέιλ) μολότοφ είναι «αυτοσχέδιοι εκρηκτικοί μηχανισμοί που αποτελούνται από φιάλες με εύφλεκτο υλικό και κομμάτια υφάσματος ως φυτίλι.
Το όνομά τους προέρχεται από το Σοβιετικό πολιτικό Βιατσεσλάβ Μιχαήλοβιτς Μολότοφ. Κατά τη διάρκεια της επίθεσης του Κόκκινου Στρατού εναντίων των Φιλανδών το Νοέμβριο του 1939 ο Μολότοφ σε ραδιοφωνικό του μήνυμα υποστήριξε πως η Σοβιετική Ένωση δεν έριχνε βόμβες αλλά "πανέρια" με τρόφιμα στους πεινασμένους Φιλανδούς. Τότε οι Φιλανδοί ονόμασαν τις βόμβες αυτές πικ-νικ Μολότοφ και ως αντίδραση χρησιμοποίησαν "φιάλες", τα κοκτέιλ μολότοφ κατά των σοβιετικών αρμάτων.

Τις βόμβες μολότοφ χρησιμοποίησαν και οι Σοβιετικοί εναντίον του Χίτλερ κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Κυριακή 27 Ιουνίου 2010

Εργασιακά δικαιώματα στην Ελλάδα - Βασικές Χρονολογίες

1909 : Καθιέρωση αργίας της Κυριακής και ορισμένων εορτών
Τα θεμέλια της εργατικής νομοθεσίας τέθηκαν από τις κυβερνήσεις των Φιλελευθέρων του Ελ. Βενιζέλου από το 1911 έως το 1920. Ο συνδικαλισμός, κατά τα πρότυπα των αναπτυγμένων βιομηχανικά χωρών, αναγνωρίστηκε ως αναγκαία συνθήκη για τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας.

1911: Θέσπιση πλαισίου λειτουργίας εργατικών σωματείων και μονιμότητας δημοσίων υπαλλήλων.

1920 : Νομοθέτηση εργάσιμης μέρας των 8 ωρών
Το 1920 νομοθετείται η εργάσιμη ημέρα των 8 ωρών που εφαρμόστηκε πρώτη φορά το καλοκαίρι του 1924, αρχικά για τους τυπογράφους της Αθήνας και τους μεταλλωρύχους του Λαυρίου. Σταδιακά μέχρι το 1936 καθιερώνεται σε όλους τους χώρους εργασίας, εκτός από τις υπηρεσίες του Δημοσίου.

Ψήφιση νόμου 2112 περί «καταγγελίας συμβάσεων υπαλλήλων, εργατών, υπηρετών» που ορίζει το χρόνο προειδοποίησης και το ποσό αποζημίωσης σε περίπτωση απόλυσης

1922 : Ψήφιση νόμου περί «υποχρεωτικής ασφάλισης εργατών και υπαλλήλων»

5 Την περίοδο του Μεσοπολέμου μπαίνουν και οι βάσεις για την κοινωνική ασφάλιση. Το 1922 και το 1934 ο νόμος περί «ενιαίας κοινωνικής ασφαλίσεως». Ο νόμος αρχίζει να εφαρμόζεται τον Σεπτέμβριο του 1936, επί Ι. Μεταξά, με την ίδρυση του ΙΚΑ, ενώ έναν χρόνο νωρίτερα δοκιμάστηκε η εφαρμογή των συλλογικών συμβάσεων εργασίας.

Οι συγκρούσεις ήταν σφοδρές με αποκορύφωμα την αιματηρή καταστολή της εργατικής εξέγερσης της Θεσσαλονίκης. Λίγους μήνες μετά, την 4η Αυγούστου 1936, επιβάλλεται η δικτατορία, μία ημέρα πριν από τη γενική απεργία των συνδικάτων.

6 Μετά τον πόλεμο ιδρύεται υπουργείο Εργασίας και το Ταμείο Ανεργίας (1946), για να απορροφηθούν οι κοινωνικοί κραδασμοί και να περιοριστεί η επιρροή των αριστερών σωματείων. Τίθεται ξανά σε εφαρμογή το σύστημα των συλλογικών συμβάσεων, κρατώντας πάντως η κυβέρνηση τον τελευταίο λόγο στη ρύθμιση των κατώτατων μισθών.

7 Οι εργατικές κινητοποιήσεις τη διετία 1964-65 φέρνουν την Ελλάδα πρώτη σε απεργίες σε όλο τον κόσμο. Οι διεκδικήσεις της περιόδου εκείνης έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση των μισθών κατά 31,6% στην τριετία, την καθιέρωση του επιδόματος αδείας, καθώς και το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας σε αρκετούς κλάδους, τη μείωση του ορίου συνταξιοδότησης σε πολλά επαγγέλματα που χαρακτηρίστηκαν βαρέα και ανθυγιεινά ενώ με νόμο καθιερώνεται η 1η Μαΐου ως αργία.

8 Η χούντα διαλύει τις συνδικαλιστικές οργανώσεις και διορίζει στα συνδικαλιστικά όργανα ανθρώπους προσκείμενους στο καθεστώς.

9 Μετά το 1974 με την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή επανέρχονται οι συλλογικές διαπραγματεύσεις.

10 Με το νόμο 1264/1982 η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ καταργεί το ν.330 της κυβέρνησης Καραμανλή για το λοκ-άουτ. Ακολούθησε η ψήφιση του νόμου για τον έλεγχο των ομαδικών απολύσεων (1387/1983), με τον οποίο τέθηκαν τα όρια που ισχύουν και σήμερα. Παράλληλα με τις συλλογικές συμβάσεις, που ορίζουν τους βασικούς μισθούς και τα μίνιμουμ ημερομίσθια, θεσμοθετούνται οι κλαδικές συμβάσεις με βελτιωμένες αμοιβές και παροχές για τους εργαζόμενους των βαρέων και ανθυγιεινών και των δημόσιων επιχειρήσεων.

Προσλήψεις στις ΔΕΚΟ

Επίσης, εισάγονται ευνοϊκές ρυθμίσεις για τις μητέρες, τους πολύτεκνους και τα άτομα με ειδικές ανάγκες και κοινωνικά κριτήρια με μοριοδότηση στις προσλήψεις δημόσιων υπαλλήλων και εργαζομένων στις ΔΕΚΟ.

11 Το φθινόπωρο του 1985 το σταθεροποιητικό πρόγραμμα της κυβέρνησης του Α. Παπανδρέου προκαλεί τη σφοδρή αντίδραση των συνδικάτων. Στις 11 Οκτωβρίου ανακοινώνεται υποτίμηση της δραχμής κατά 15%, περιορισμός της ΑΤΑ, περικοπές επιδομάτων και αυξήσεις τιμολογίων των δημόσιων οργανισμών.

Στις 19 Οκτωβρίου δημοσιεύεται το ΠΔ με το οποίο απαγορεύονται μισθολογικές αυξήσεις πάνω από την εισοδηματική πολιτική της κυβέρνησης.

12 Το 1990 με το νόμο 1876 της οικουμενικής κυβέρνησης για τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις, που ψηφίστηκε από όλα τα κόμματα, θεσπίζεται ο μηχανισμός μεσολάβησης και διαιτησίας (ΟΜΕΔ) που δίνει στους εργαζόμενους το δικαίωμα της μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία, ως έκφραση ενός κοινωνικού, οικονομικού και πολιτικού συμβολαίου.

Ολα αυτά λοιπόν που κατοχυρώθηκαν βήμα βήμα σε διάρκεια 100 χρόνων σήμερα κατεδαφίζονται με συνοπτικές διαδικασίες.

Δευτέρα 21 Ιουνίου 2010

Pepe

Ποιος είναι ο «Πέπε», ο πρώην Τουπαμάρος και νυν πρόεδρος της Ουρουγουάης
Το μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο είναι ένας Σκαραβαίος. Ενα σαραβαλάκι μοντέλο του '87. Υπεραρκετό, ίσως, για έναν προλετάριο, όχι όμως και για αρχηγό κράτους.
Κι όμως, αυτά είναι όλα κι όλα τα υπάρχοντα που αναφέρονται στη φορολογική δήλωση του Χοσέ Μούχικα, του προέδρου της Ουρουγουάης. Ο «Πέπε», όπως είναι το χαϊδευτικό του, ο πρώην αντάρτης των Τουπαμάρος, που τον περασμένο Μάρτιο ορκίστηκε πρόεδρος της χώρας του, φαίνεται πως συνεχίζει να κάνει αντάρτικο, με το δικό του τρόπο.

Τίποτα πάνω του δεν συνάδει με το κλασικό πια προφίλ του πολιτικού που επιχειρεί να συνδυάσει την εξουσία με το εύκολο χρήμα. Και στα 75 του, είναι μάλλον πολύ αργά για να χαλάσει. Ζει σε ένα μικρό αγρόκτημα έξω από το Μοντεβιδέο, την πρωτεύουσα, καλλιεργώντας τα λουλούδια του και τα λαχανικά του κι εκεί σκοπεύει να παραμείνει. Από την πρώτη μέρα που ανέλαβε τα καθήκοντά του, δήλωσε ορθά κοφτά ότι το προεδρικό μέγαρο θα το χρησιμοποιεί μόνο για τις επίσημες συναντήσεις και εκδηλώσεις. Ακόμα και για τις μετακινήσεις του σπάνια χρησιμοποιεί το σαραβαλάκι του.

Προτιμά το ποδήλατο, που έχει γίνει και το σήμα κατατεθέν του. Γραβάτα δεν έχει φορέσει ποτέ στη ζωή του. Ούτε καν τώρα, που δεξιώνεται τους διάφορους επισήμους. Απαρνήθηκε τον προεδρικό του μισθό και ζει με το μισθό της γυναίκας του και από χρόνια συντρόφισσάς του στους πολιτικούς αγώνες, της Λουσία Τοπολάνσκι, η οποία είναι γερουσιαστής. Το ίδιο πνεύμα λιτότητας έχει επιβάλει και σε όλη την κυβέρνηση. Κομμένες, είπε, οι αυξήσεις στους μισθούς βουλευτών και υπουργών, οι λιμουζίνες και όλη η χλιδή με έξοδα του κράτους.

Στην εποχή της ρεμούλας, της μίζας και των off shore, όλα αυτά ακούγονται ουτοπικά, ενδεχομένως και γραφικά. Με τη διαφορά ότι ο Χοσέ Μούχικα προέρχεται από διαφορετικά μήκη και πλάτη και από μια πολιτική κουλτούρα που εξακολουθεί να πιστεύει ότι ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός. Ο αντάρτης-πρόεδρος της Ουρουγουάης είναι από τους λίγους εναπομείναντες εκπροσώπους μιας αριστεράς που ξέρει να αλλάζει χωρίς να μεταλλάσσεται και να συνδιαλέγεται χωρίς να ξεπουλιέται. Δεν μιλάει για «συγκλίσεις», αριθμούς και δημοσιονομικά ελλείμματα, αλλά για κοινωνική ισότητα, περισσότερη εργασία, μεγαλύτερους μισθούς και συντάξεις, καλύτερη δημόσια υγεία και παιδεία και άλλα τέτοια «ξεπερασμένα». Ωραίος ο Πέπε. Οχι «ωραίος ως Ελλην», όπως λέγαμε παλιά. Ωραίος ως Ουρουγουανός.

Της ΚΟΡΙΝΑΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ
Ελευθεροτυπία 20/6/2010

Τετάρτη 16 Ιουνίου 2010

Μπάνιο;

Με αφορμή τις ιστοριες του από το Δεκαήμερο... Ένοχο νερό ...Το
16ο και 17ο αιώνα πίστευαν ότι το νερό μπορούσε να εισβάλει στο σώμα,
δοξασία που έκανε το μπάνιο βλαβερό. "Το ζεστό νερό πίστευαν ότι αδυνατίζει
τα όργανα επειδή εξέθετε τους ανοιχτούς πόρους στους ανθυγιεινούς
...αιθέρες" τονίζει ο Γάλλος ιστορικός Ζορζ Βιγκαρελό. Η ξηρή καθαριότητα
επιστρατεύτηκε κατά της βρομιάς. Οι ευγενείς έτριβαν σχολαστικά το
πρόσωπό τους με αρωματισμένα πανιά. Το 17ο αιώνα το σαβουάρ βιβρ
αντικατέστησε τους υγιεινολόγους. "Όταν η μασχάλη μυρίζει τραγίλα το
καλύτερο είναι να τρίψουμε στο δέρμα ένα τροχίσκο" - ουσία που
εκλύει αναθυμιάσεις. Αυτό συμβούλευε ένας οδηγός καλής συμπεριφοράς της
εποχής. Το λούσιμο ήταν άγνωστη λέξη. Η φροντίδα των μαλλιών περιλάμβανε
την απομάκρυνση της λίγδας με πούδρα και πίτουρο χωρίς πλύσιμο.
Αντιθέτως, η καθαριότητα του ασπρόρουχου ήταν περίτρανη
απόδειξη κοινωνικής ανωτερότητας. Η περιορισμένη χρήση του πρόδιδε
ανέχεια, ενώ η συχνή αλλαγή του ήταν ένδειξη ευμάρειας. Έτσι αντί
για το σώμα έπλεναν τα ασπρόρουχα. Το 1767 ο Γάλλος βαρόνος Σομπέρ
άλλαζε πουκάμισο και κολάρο κάθε μέρα, σύμφωνα με τους κανόνες της
καλής συμπεριφοράς, αλλά σώβρακο κάθε τέσσερις εβδομάδες. Οι φτωχοί
δεν έπλεναν ούτε τα ρούχα τους. Οι περισσότεροι δεν είχαν να
αλλάξουν το μοναδικό τους πουκάμισο από ευτελές κανναβόπανο, το
οποίο σπανίως έπλεναν στο ποτάμι. Λουτρά ακολασίας
Στο Βυζάντιο τα δημόσια λουτρά και οι θέρμες ήταν μέρος της
καθημερινής ζωής. Ήταν οργανωμένα σε συντεχνίες και περιελάμβαναν
ατμόλουτρα, μπάνια, κρασιά, φαγητά και κρεβάτια. Στη Δύση του 15ου
αιώνα ιδιωτικό λουτρό συνόδευε τα γλέντια των πλουσίων. Οι δούκες
και οι κόμες συνδύαζαν τα επίσημα δείπνα με μπάνια μακράς διαρκείας.
Από το 16ο αιώνα τα πράγματα άλλαξαν. Στο κραυγαλέο διαμέρισμα
λουτρών που κατασκεύασε ο Λουδοβίκος ΙΔ' στις Βερσαλλίες κατέληξε να
κατοικεί ο κόμης της Τουλούζης, νόθος γιος του βασιλιά. Όσο
περισσότερο τα λουτρά συνδέονταν με την ακολασία τόσο μετατρέπονταν
σε εστίες αναταραχής. "Καθώς η πόλη δομείται διαφοροποιώντας το
κέντρο και τα προάστια, παρόμοιοι θεσμοί προκαλούν ανησυχία αφού
δίνουν το παράδειγμα μιας διεφθαρμένης κοινωνικότητας" τονίζει ο
Ζορζ Βιγκαρελό. Στο Λονδίνο είχαν απαγορευτεί από το 15ο αιώνα με
διάταγμα του Ερρίκου Ε'. Ο βασιλιάς λούζεται
Το ακριβώς αντίθετο συνέβη στην Ανατολή. Μολονότι η Δύση
εξοστράκιζε τα λουτρά, στην οθωμανική αυτοκρατορία η βυζαντινή
παράδοση με τις θέρμες επιβίωσε με τη μορφή των χαμάμ. Στο Παρίσι
όμως του 15ου αιώνα το μπάνιο μπορεί να προκαλέσει αδιαθεσία,
σύμφωνα με το βασιλικό γιατρό Ντι Λοράνς, "διάγνωση" που τονίζει τη
φοβία για το νερό, αφού το είχαν συνδέσει με τους λοιμούς. Ο
αφορισμός του γιατρού υπογραμμίζει πόσο σπάνια πλένονταν. Διόλου
τυχαία, το λουτρό συνδέθηκε μ' ένα μακρύ κατάλογο παρενεργειών:
έγινε εχθρός των νεύρων και των συνδέσμων και κατηγορήθηκε ότι
σκοτώνει τα έμβρυα μέσα στη μήτρα. Ο Βάκωνας το παράκανε όταν
απαίτησε να πλένονται "μέσα σε ουσίες παρόμοιες μ' εκείνες της
σάρκας και του σώματος", όπως έγραψε το 1623. Αυτή η χιμαιρική πρόταση
φαίνεται ότι δούλεψε. Οι ευγενείς του 17ου αιώνα πλένονταν μία φορά
κάθε τέσσερις με πέντε μήνες και στις αρχές του 18ου αιώνα δεν πλένονταν
καθόλου. Οι μοναδικές περιπτώσεις που το λουτρό επιβαλλόταν ήταν ως
θεραπεία, αφού είχαν γίνει σχολαστικές προετοιμασίες όπως καθαρτικό
και κλύσμα από το προηγούμενο βράδυ. Απ' αυτή τη διαδικασία δε
γλίτωσε ούτε ο Βασιλιάς Ήλιος Λουδοβίκος ΙΔ', ο οποίος είχε κάνει δύο μπάνια
με την υπόδειξη των γιατρών του και δεν ήθελε να ξαναδοκιμάσει τη
ζοφερή αυτή εμπειρία. Τα μόνα που έπλεναν ήταν τα χέρια και το στόμα. Το
μπάνιο άρχισε να διαδίδεται με αργούς ρυθμούς από το δεύτερο μισό του
18ου αιώνα ως πράξη πολυτέλειας για τις εύπορες τάξεις με τη μορφή ενός
τονωτικού κρύου λουτρού. Η σημερινή αντίληψη περί υγιεινής με τα καθημερινά
μπάνια είναι ακόμα αδιανόητη. Ακόμα και οι κυρίες, οι οποίες θεωρούνταν
φανατικές λάτρεις του μπάνιου, έκαναν μόνο δύο με τρία λουτρά το
χρόνο. Εξάλλου η καθαριότητα ανήκε στις παστρικές, τις πόρνες...
Αφόρητες πόλεις Ο 19ος αιώνας οριοθέτησε
υπογείως την πόλη. Σήμανε την υδραυλική επανάσταση, την κατασκευή
εκτεταμένων αποχετευτικών συστημάτων και υδραγωγείων ώστε να φτάνει
καθαρό νερό στα σπίτια και να απομακρύνονται τα απόβλητα. Πιο
πριν η κατάσταση ήταν αφόρητη σε σύγκριση με τα σημερινά δεδομένα. Οι
δρόμοι έζεχναν από τα σκουπίδια και τα περιττώματα ανθρώπων και ζώων.
Οι πλούσιοι κυκλοφορούσαν με άμαξες για να αποφεύγουν τις ακαθαρσίες και
φορούσαν ψηλές μπότες για να προστατευτούν από τα βρομόνερα. Στη γερμανική
μεσαιωνική πόλη Ουλμ χρησιμοποιούσαν ακόμα και ξυλοπόδαρα. Οι κάτοικοι
κουβαλούσαν τα απορρίμματα μέσα από στενά σοκάκια και τα πετούσαν
είτε στους ποταμούς είτε στους τόπους που χρησιμοποιούσαν ως χωματερές.
Όταν πλακόστρωσαν τους δρόμους η κατάσταση δε βελτιώθηκε ιδιαίτερα
και τα πρόστιμα σε όσους παρατούσαν τα σκουπίδια τους έπεφταν βροχή.
Και η παρουσία των ζώων επιδείνωνε την κατάσταση. Αν
και συνέλεγαν την κοπριά, η δυσωδία μόλυνε την ατμόσφαιρα. Τα
κρεοπωλεία ήταν ακόμα μια πηγή ρύπανσης. Οι κρεοπώλες έσφαζαν τα ζώα
στους δρόμους κι έχυναν επιτόπου τα αίματα. Δεν είναι τυχαίο που
από την εποχή της αρχαίας Αθήνας προσπαθούσαν να μεταφέρουν αυτές
τις δραστηριότητες στα περίχωρα. Οι υπηρεσίες καθαριότητας
διαδόθηκαν μόνο μεταξύ του 18ου και 19ου αιώνα. Πιο πριν οι λύσεις
ήταν ευκαιριακές. Έτσι ανέθεταν σε εκτροφείς χοίρων να καθαρίζουν τα
παμφάγα ζώα τους τα σκουπίδια της αγοράς. Ποια
τουαλέτα; Από τη μινωική Κρήτη μέχρι την αρχαία Αθήνα
υπήρχαν εκτεταμένα αποχετευτικά δίκτυα. Ωστόσο η Κωνσταντινούπολη
υπέφερε από τα απόβλητα όσο κι αν έσωζε κάπως την κατάσταση η
θάλασσα. Στο Παρίσι και στο Λονδίνο του 16ου αιώνα δεν υπήρχαν
οικιακές τουαλέτες. Τα φυσιολογικά απόβλητα κατέληγαν στο δρόμο. Τα
δημόσια αποχωρητήρια μόλυναν ολόκληρες γειτονιές και οι κάτοικοι
αφόδευαν όπου ήθελαν. Στο Μεσαίωνα τα σοκάκια ανάμεσα στα σπίτια
έβριθαν από σκουπίδια. Εκεί έχτιζαν δωματιάκια με οπές σαν υποτυπώδη
αποχωρητήρια. Συχνά όμως κατέρρεαν, συμπαρασύροντας τους επισκέπτες
τους. Ένα τέτοιο περιστατικό περιγράφει ο Βοκάκιος στο Δεκαήμερο,
όπου κάποιος έπεσε στις σανίδες ενός ετοιμόρροπου καμπινέ κι έγινε
περίγελος στους περαστικούς. Οι ελάχιστες τουαλέτες
συνδέονταν πρόχειρα με χαντάκια ή βόθρους τους οποίους άδειαζαν όταν
γέμιζαν, πράγμα που συμβαίνει ακόμα και σήμερα σε αρκετά αθηναϊκά
προάστια. Οι λοιμοί παραμόνευαν, αφού οι βόθροι μόλυναν το νερό.
Έπρεπε να φτάσουμε στη συντονισμένη κατασκευή αποχετευτικών δικτύων
του 19ου αιώνα για να ανασάνει κυριολεκτικά η Ευρώπη και να απαλλαγεί
από τη χολέρα που τόσο την ταλαιπώρησε. Για να μάθετε
πιο πολλά: Ζορζ Βιγκορελό, Το Καθαρό και το Βρόμικο. Η
Σωματική Υγιεινή από το Μεσαίωνα Μέχρι Σήμερα, εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Παρασκευή 4 Ιουνίου 2010

Μένουμε Ελλάδα

Του Στέφανου Τσιτσόπουλου*
Athens Voice, 1-6-2010

Τα τελευταία 10 χρόνια, η χώρα δεν παρήγε τίποτα, πέρα από λαϊκά σταρ και παικταράδες. Ο Ντέμης κι η Βανδή ήταν η απάντησή μας στο ζεύγος Μπέκαμ και Βικτόρια. Sakis, ο Έλλην Ρίκι Μάρτιν, NIVO σε ρόλο λευκού μαγκίτη, Snoop Doggy Dog από τα προάστια. Fabulous Βίσση, Μαντόνα a la grec. Σόου ολκής, τις νύχτες στις μπουζουκλερί το πόπολο καρδιοχτυπούσε για τη στιγμή που θα πιάσει κι αυτό το μικρόφωνο, «δικό σας» φώναζε η φίρμα, πάμε όλοι μαζί, «έλα να μάθεις πώς είν’ η ζωή κι όλα τα ωραία μέχρι το πρωί».

Αρκούσε ένα αόρατο πρόσταγμα για τα αγόρια να σηκώσουν τον γιακά από τον Hilfiger ή τον Ralph Lauren και να μεταμορ­φωθούν σε αλάνια-πρίγκιπες του βαλκανικού μας Μπελέρ. Δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις την κομμώ­τρια από την account manager, τη νοσοκόμα από τη μεγαλοεργολάβαινα ή τη γιατρέσσα, όλες τους ντυ­μένες Burberry πατόκορφα. Ένα εθνικό καρό μπαλ μασκέ, σαν το βιντεοκλίπ της Νατάσσας Θεοδωρί­δου, αυτό που είχε γυρίσει έξω από τα «Harrod’s».

Ήμασταν ο περιούσιος λαός της Ευρώπης. Η συ­νεισφορά μας στην ΟΝΕ, εκτός από πλαστά στατι­στικά στοιχεία κι επιδοτήσεις που γίνονταν χαρτο­πετσετάκια, ήταν οι δέκα τρόποι για να τσακίσεις την πιστωτική σου κάρτα κι ο φρέντο καπουτσίνο. Γάλα και παγάκια, δηλαδή, μέσα στον ζεστό εκ­χύλισμα, να χαρώ greek πατέντα!

Επαρχιώτισσες φορτωμένες Galliano, όλοι Μύκονο, 3, 2, 1, «Βαρε­λάδικο». Χωριάτικη σαλάτα στα 10 ευρώ, ντομα­τίνια ιταλικά, φέτα δανέζικη, λάδι σικελιάνικο, δε γαμείς, η ζωή είναι πολύ μικρή, για να είναι θλιβε­ρή. Δεν παρήγαμε τίποτα. Ψαροταβέρνες έψηναν φαγκριά Σενεγάλης, σαμπανιέρες στην άμμο, ο lounge ήχος του παριζιάνικου hotel «Costes» αντι­λαλούσε στην Ξάνθη και τα Ψακούδια. Κατανάλω­ση μοχίτο σε τσανάκα, αντιστρόφως ανάλογη με την εθνική παραγωγή ζαχαρότευτλου.

Ήμασταν η Κούβα της Μεσογείου, χωρίς τη μιζέρια του Φιντέλ Κάστρο. Ερωτιάρες λευκές μουλάτες στολισμένες με στρας t-shirt στάμπα των Rolling Stones τσάκι­ζαν μέση στα κλαμπ φλερτάροντας με ψωμωμένα ντερβισόπαιδα που φορούσαν φωσφοριζέ πουκά­μισα με σήμα Takeshi Kurosawa. Ούζο power και εκλεκτικός γιαπωνέζικος μαξιμαλισμός.

Πολιτικοί με προγούλια ρέμβαζαν στα πριβέ και κοιτούσαν τον λαό τους με λατρεία. Εκείνη τη διόρισαν σε ΔΕΚΟ, εκείνον τον είχαν αναλάβει ερ­γολαβία από τον στρατό, βοηθώντας τον, αντί να πάει σε μονάδα στον Έβρο, να γίνει ταϊστής που­λιών στο φυλάκιο Λυκαβηττού. Μετά τον βάφτισαν σταζέρ. Με το καλό, θα γινόταν και μόνιμος δημό­σιος υπάλληλος. Ήταν ωραία στον Παράδεισο.

Στις παραλίες τα κορίτσια διάβαζαν ζώδια, συντα­γές για τέλειο ριζότο φράουλα και μάσκες ομορφιάς με το αγγούρι στη μάπα, εννοείται πάντα εισαγόμε­νο. Ας πούμε, Ισπανίας. Ο Σημίτης ήταν ξενέρωτος, πολύ τεχνοκράτης, βρε παιδί μου, με τον Καραμανλή μπορούσες να παίξεις ένα τάβλι ή μια μπιρίμπα. Σε ενέπνεαν και αυτός και η καλή του: σύζυγος, μητέρα διδύμων, νηπιαγωγός, γιατρός, κάτοχος ντοκτορά, φιγουρίνι σκέτο, καλέ, πώς τα προλαβαί­νει; Τα αγόρια ξεκοκάλιζαν τα παραλειπόμενα των αθλητικών εφημερίδων. Πήραμε το Euro 2004 με τη μαγκιά μας, ταπώσαμε τα γερμανικά Πάντσερ και τους φλωρούμπες Σουηδούς δίχως σύστημα, χωρίς καμιά υποδομή, μόνο με τη λεβεντιά μας, ρεεε, τον γίγαντα Καραγκούνη και τη μέθοδο «γιούρια στον ταβλά με τα κουλούρια». Γιατί η Ελλάδα ποτέ δεν πέθαινε, δεν την έσκιαζε φοβέρα καμιά.

Ο Θέμος αναδείχτηκε σε πρότυπο επιτυχημένου πενηντάρη άντρα, εκπρόσωπος της γενιάς του πάρ’ τα όλα, του σεξιστικού άρρωστου χιούμορ και του κυνισμού, αλλά, come on, ήταν περικυκλωμένος από καλλίγραμμες γλάστρες, σχολίαζε βιντεάκια της κυρίας Λουκά, μετέδιδε σε αποκλειστικότητα τσόντες με τον Ζαχόπουλο, τον συνέλαβαν σε κάποια σύνορα με αδήλωτο χρήμα, μη σκας, όλοι έτσι κάνουν. Lakis Gavalas, σπα, νύχι-νύχι artists, style editor, features beauty editor, studio pilates, αυτοφωράκηδες, μποντιμπιλντεράδες σεκιούριτι, θυμάσαι τον πιπερωτή; Εκείνη τη θέση εργασίας στα ρέστο-μπαρ, όπου κομψευόμενος νέος σαν να είχε δραπετεύσει από διαφήμιση του Armani περιφερό­ταν στα τραπέζια ρωτώντας αν η κυρία θέλει πιπέρι Ινδίας ή ναπολιτάνικη παρμεζάνα στο πιάτο της. Λες και η κουλή δεν είχε χέρια για να τη βάλει μόνη της.

Απόλυτες ελληνίδες σταρ, μάνατζερ της χρονιάς, διαχειριστές ανθρώπινων πόρων, ρηξικέλευθες λύσεις ακόμα και για το μεταναστευτικό. Είχαμε τους Αφρικανούς για να πουλούν μαϊμού Gucci στα φτωχαδάκια, που δεν τους περίσσευε για authentic, αλλά θέλαν κι αυτά να πάρουν μερτικό από την ει­κόνα. Τις Βουλγάρες για να ξεσκατίζουν τη γιαγιά, τα Ουκρανά για να βγαίνουν τα γούστα στις καβάτζες του κάμπου, τα Αλβανά και τα Πακιστάνια για τα μπετά στα ημιυπαίθρια.

Βάλε το αυθαίρετο, βάζω τη διακόσμηση, ιδέες και λύσεις. Μυκονιάτικο deep blue στο Άργος Ορεστικό, α λα Γκαουντί στο Νευρο­κόπι, country life στην Εικοσιφοινίσσα. Οι πατριώτες μπορούσαν να ζήσουν και να ονειρευτούν όπως οι αναγνώστριες της «Vogue», να ακολουθήσουν τις συμβουλές του «Wallpaper*». Plasma οθόνες στο σαλόνι μετέδιδαν ασπρόμαυρες ταινίες του Ξαν­θόπουλου. That was then, this is now, ήταν το μότο. Ζούσαμε τη ζωή στο μάξιμουμ, δεν υπήρχαν όρια, δε μετρούσε ο προορισμός, αλλά το ταξίδι. Τα τσι­τάτα της διαφήμισης, τα αστείρευτα αποθέματά μας σε θετική ενέργεια και η σωστή χωροθέτηση των σιντριβανιών με τους κανόνες του φενγκ σούι εγγυ­ώνταν το ατέρμονο της ελληνικής ευδαιμονίας.

Μπαλωμένοι δρόμοι, χιλιοφαγωμένα οδοστρώ­ματα, κλάιν μάιν, δε μασάμε. Η απάντησή μας στο λακκουβιασμένο και παρατημένο εθνικό δίκτυο ήταν τα 4Χ4 με τα και-γαμώ αμορτισέρ, «μία δεν καταλαβαίνει ο κώλος μου, ρε, φάση Καλιφόρνια λέμεεε». Και ποστάρισμα! Τρελό ποστάρισμα! About last night: ανέβαζαν τις φωτογραφίες της χθεσινής νύχτας στα ψηφιακά ευδαιμονικά τους λευκώματα κι όλοι είχαν να κάνουν ένα comment, να μοιραστούν μια φάση, ένα χαβαλέ, ένα «δεν παίζει», «δεν υπάρχεις», ένα «γκαγκάν».

Οι πιο ψαγμένοι, αντί για Μύκονο, έφευγαν Βαρκελώνη κι επέστρεφαν με μαλλί τζίβα. Γιατί παράλληλα με το εθνικό κιτς του βλαχώδους και βλακώδους mainstream, η πατρίδα απέκτησε και εναλλακτική κουλτούρα. Ακαλλιέργητα alternative τυπάκια και ανορθόγραφοι graffiti artists αντι­παρέβαλλαν μοντέλο ζωής προχώ με ισλανδικές γραμματοσειρές και νορβηγικό μίνιμαλ τέκνο. Για κάθε έναν δημόσιο υπάλληλο αντιστοιχούσε κι ένας dj, για κάθε συγγραφέα τύπου Παυλίνας Νάσι­ουτζικ που αναζητούσε τον έρωτα στα Βόρεια Προ­άστια, αναλογούσε και μια ανερχόμενη ηθοποιός πειραματικού σχήματος, που παρέλασε στην τελετή έναρξης πίσω από τη Μπιοργκ. All was full of love.

Ήμασταν μια χώρα που ζούσε σε παροιμιώδεις φαντασιακούς ρυθμούς. Και ξαφνικά, στοπ. Ανώμα­λη προσγείωση. ΔΝΤ. Φέρτε τα λεφτά πίσω. Τι έγινε; Χιούστον, Κεφαλάρι, Πανόραμα, Λάρισα, we have a problem. Η κίνκι συμβασιούχος των ρεπορτάζ του Star Channel από την Πάρο (η νέα Μύκονος) μετα­μορφώθηκε σε μελαγχολική άνεργη. Στο μπαρ του τρέντι μπάρμαν πατάει μόνο ο ΣΔΟΕ. Του γιαμπανά αγρότη τις επιδοτήσεις αυτό το αρχίδι ο Όλι Ρεν τώρα του τις ζητάει πίσω. Ελλάς, ρεεε, μας ζηλεύ­ουνε, συνωμοτούν εναντίον μας, δε μας πάνε μία, γιατί 10 χρόνια τώρα βγάζουμε τα καλύτερα talent shows, τα πιο ντιριντάχτα next top models, γιατί στα τραγούδια μας οι αετοί πεθαίνουν στον αέρα ελεύ­θεροι και δυνατοί, ενώ στα δικά τους άκου ξενε­ρωσιά: «They’re afraid of what they see. That’s the price that you all pay, our valued destiny comes to nothing, I can’t tell you where you’re going, I guess there is just no way of knowing».

New Order, ΔΝΤ, οι φάλαγγες της μαύρης νύ­χτας, οι πραιτοριανοί της νέας τάξης, οι δυνάμεις της καινούργιας Κατοχής, όπως τις αποκαλούν ο Λαζόπουλος και η Λιάνα. Λαέ, κουράγιο, μη σκύβεις το κεφάλι, η νέα τάξη θέλει… θέλει τι; Επι­στροφή στον Στάλιν; Αγροτικά κολχόζ στα Τρίκαλα και γκούλαγκ στο Νευροκόπι, όπου μόνο ο σύντρο­φος Μπογιόπουλος δικαιούται να αποφασίσει για πενθήμερη άδεια των κρατούμενων αστών που κερδοσκόπησαν εις βάρος του λαού; Γιατί και για τη Λιάνα και για τον Λάκη ο λαός είναι πάντα αθώος, ο λαός παρασύρεται από τα ψεύτικα τα λόγια, τα μεγάλα. Ω Θεέ, μήπως εκτός από τα ανυπόφορα κλισέ του lifestyle, τα κλισέ για το προλεταριάτο και την πλουτοκρατία είναι πολύ πιο για τα μπάζα;

Τα τιμημένα γηρατειά, κάγκελο. Κοιτάζουν βουβά, απορούν, εξίστανται, είναι ανήμπορα να εξηγήσουν πώς ο γιος βγήκε χλιδάμπουρας, η νύφη μερακλού shopacholic και το εγγόνι φορώντας κουκούλα βγαί­νει στους δρόμους και τα σπάει. «Κάψτε τα όλα, κάψ­τε τα όλα», ούρλιαζε η υστερική φωνή, 4 νεκροί στη Marfin, σε αυτόν τον τόπο το κάψιμο ήταν, είναι και θα είναι το εθνικό μας σπορ. Στις μέρες της ευδαιμο­νίας καίγανε λεφτά και φιάλες ουίσκι. Στις μέρες της νέας σκλαβιάς καίνε ανθρώπους. «Να απεργούσαν, να ήταν μαζί μας, συμπαραστάτες στον ιερό και όσιο αγώνα μας, θέλουν να μας καταντήσουν Αργεντινή, αυτός είναι ο στόχος τους».

Περίεργο! Σε αυτή τη χώρα πάντα δεν ήμασταν με τον Μαραντόνα; Οι μα­ντάμες που έβγαιναν στα κοσμικά δεν κόπιαραν τον κότσο, τη φιλανθρωπία και το total look της Εβίτα Περόν; Ο Τσίπρας δεν κανόνιζε να φέρει πετρέλαιο τον περσινό χειμώνα από τον παραδίπλα σύντροφο Ούγκο Τσάβες; Το steak δεν το θέλαμε καλοψημένο στην πέτρα α λα λατινοαμερικάνικα;

Το καλοκαίρι έρχεται βασανιστικά αργά. Αν ήταν σαν πέρσι, τέτοιες ώρες θα προσευχόμασταν για τον Αλκαίο στη Eurovision, θα κλείναμε τσάρτερ για να θαυμάσουμε τις γκολάρες στη Νότια Αφρι­κή, θα ξεροσταλιάζαμε μπροστά στα περίπτερα με τα αθλητικά πρωτοσέλιδα που θα υμνούσαν τα λιοντάρια, τους γενναίους, τα Ελληνόπουλα που πάντα βρίσκουν την άκρη. Φέτος μάλλον όχι. Κά­νουμε την αυτοκριτική μας; Δεν υπάρχει λόγος. Οι Έλληνες έχουν πάντα δίκιο, το σύμπαν φταίει που συνωμοτεί για να τους καταστρέψει, κι ας ο Κοέλιο τα τελευταία χρόνια μας δίδαξε το αντίθετο.


*Στέφανος Τσιτσόπουλος. Χάλκινος πρωταθλητής στην κολύμβηση (Πεταλούδα) το καλοκαίρι του ’76 στην κατασκήνωση “Kinderland” στον Κάλαμο, ενεργός πρόσκοπος της αγέλης «Κουκουβάγιες» στο Α’ Σύστημα Ξάνθης, διέπεται ακόμα από τα ιδανικά «Καλοσύνη, Σοφία, Πράξεις Καλές, Κου-κου-βα-γιές». Roadie του θρακιώτικου συγκροτήματος Ξάδελφος Ροδόλφος, ταξίδεψε ανά τον κόσμο γνωρίζοντας Ναουσαίους, Εδεσσαίους, Λαρισαίους και Μορισσέους. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη μουσική με Master Ανωτάτης Xaxakικής με καθηγητή τον Γιάννη Νάστα.

Τρίτη 1 Ιουνίου 2010

Πέμπτη 20 Μαΐου 2010

Μαριναλέντα

Η Μαριναλέντα, µια κοινότητα 2.645 κατοίκων στην Ανδαλουσία, δεν έχει ανεργία, δεν έχει αστυνοµικούς και τα σπίτια της νοικιάζονται µε 15 ευρώ τον µήνα. Ο δήµαρχός της, ο κοµµουνιστής Χουάν Μανουέλ Σάντσες Γκορντίγιο, επανεκλέγεται εδώ και 31 χρόνια.
Εδώ και πολλά χρόνια, την εβδοµάδα που οι άλλες πόλεις στην Ισπανία γιορτάζουν το Πάσχα, στη Μαριναλέντα γιορτάζουν την ειρήνη. «Ο δήµαρχός τους είναι τρελός», λένε στο γειτονικό χωριό. «Ενώ εµείς οι άλ λοι Ισπανοί κάνουµε θρησκευτικές λιτανείες, εκείνοι κάνουν επί 5 µέρες πάρτι». Πολλοί νέοι από τη Σεβίλλη, τη Γρανάδα, τη Μαδρίτη, πηγαίνουν για να γιορτάσουν µε τους χωρικούς της Μαριναλέντας.

Οταν εξελέγη για πρώτη φορά, το 1979, ο Γκορντίγιο ήταν ο νεώτερος δήµαρχος στην Ισπανία. Το 1986, έπειτα από 12 χρόνια αγώ νων και καταλήψεων κυρίως από τις γυναίκες του χωριού, η Μαριναλέντα κατάφερε να πά ρει από ένα γαιοκτήµονα 12.000 στρέµµατα γης και να δηµιουργήσει έναν αγροτικό συ νεταιρισµό από τον οποίο ζει σήµερα σχεδόν όλο το χωριό. «Η γη δεν ανήκει σε κανέναν, η γη δεν αγοράζεται, η γη ανήκει σε όλους!», λέει ο δήµαρχος.

Στον συνεταιρισµό Εl Ηumoso οι συνεταίροι εργάζονται 6½ ώρες την ηµέρα, από τη Δευτέρα ώς το Σάββατο, δηλαδή 39 ώρες την εβδοµάδα. Ολοι έχουν τον ίδιο µισθό, ανεξάρτητα από τη δουλειά που κάνουν. Οι συγκοµιδές (ελαιόλαδο, αγκινάρες, πιπεριές κ.λπ.) συσκευάζονται στο µικρό εργοστάσιο Ηumar Μarinaleda που βρίσκεται στη µέση του χωριού και στο οποίο εργάζονται, σε πολύ χαλαρή ατµόσφαιρα, περίπου 60 γυναίκες και 4-5 άνδρες. Τα προϊό ντα πωλούνται κυρίως στην Ισπανία. Τα έσο δα του συνεταιρισµού δεν µοιράζονται, αλλά επενδύονται και πάλι στον συνεταιρισµό για να δηµιουργηθούν δουλειές. Γι’ αυτό στο χω ριό δεν υπάρχουν άνεργοι. Οµως ακόµη και σε εποχές που δεν υπάρχουν αρκετές γεωργικές δουλειές για όλους, οι µισθοί καταβάλλονται.

Στη Μαριναλέντα, η στέγαση, η εργασία, ο πολιτισµός, η εκπαίδευση και η υγεία θεωρού νται δικαίωµα. Μια θέση στον παιδικό σταθµό µε όλα τα γεύµατα κοστίζει 12 ευρώ τον µήνα. Από την άλλη, «εδώ δεν έχουµε χωροφύ λακες, θα ήταν µια άχρηστη σπατάλη», λέει ο δήµαρχος. «Δεν έχουµε ούτε παπά - δόξα τω Θεώ!», προσθέτει γελώντας. Πάντως η ελευθερία της λατρείας είναι εγγυηµένη και το Πάσχα έγινε µια µικρή θρησκευτική λιτανεία, η οποία πέρασε διακριτικά από τους δρόµους του χω ριού, χωρίς θεατές και αποφεύγοντας την πλατεία όπου γινόταν η γιορτή.

«Εφαρµόζουµε µια συµµετοχική δηµοκρατία, αποφασίζουµε για όλα, από τους φόρους ώς τις δηµόσιες δαπάνες, σε µεγάλες συνελεύσεις. Πολλά κεφάλια δίνουν πολλές ιδέες», λέει ο Γκορντίγιο. «Ξέρουµε πως οι άνθρωποι µπορούµε να δουλεύουµε και για άλλες αξίες, όχι αποκλειστικά για το χρήµα».

Παρασκευή 30 Απριλίου 2010

Τα αναρριχόμενα παιδιά και άλλες φρικαλεότητες

13/12/07

Παίρνω αφορμή από το πολύ ενδιαφέρον δημοσίευμα του κ. Γιάννη Στεφανογιάννη (Χ.Ν. 19 Νοεμβρίου) για τα παιδιά καπνοδοχοκαθαριστές της Μ. Βρετανίας, τα αναρριχόμενα αυτά παιδιά, που πραγματικά ήταν μια μαύρη σελίδα στην ιστορία της Μ. Βρετανίας.
Συμπληρωματικά σημειώνω πως πολλές φορές, όταν τα παιδιά –αγόρια ή κορίτσια– δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τις βούρτσες, οι εργοδότες τους τα τραβούσαν με σχοινιά και με τα σωματάκια τους καθάριζαν την καπνιά. Αρκετά παιδιά καίγονταν στις ζεστές καμινάδες και έπεφταν κάτω νεκρά.
Η μέθοδος αυτή κατακρίθηκε από ανθρωπιστές της εποχής εκείνης. Το 1803 έγιναν προσπάθειες για να βρεθούν εργαλεία καθαρίσματος, ώστε να σταματήσει το καθάρισμα με τα αναρριχόμενα παιδιά. Το 1828 βρέθηκαν εργαλεία, αλλά ήταν δαπανηρά, γι’ αυτό οι εργοδότες εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούν τα παιδιά, που ήταν φθηνότερα. Το 1804 προτάθηκε νόμος που απαγόρευε τη χρησιμοποίηση των παιδιών, κάτω των 10 ετών για το καθάρισμα, αλλά καταψηφίσθηκε από τη Βουλή των Λόρδων. Παρά τις διαμαρτυρίες των φιλανθρώπων, κατά τα έτη 1817-19 επίσης καταψηφίσθηκαν άλλα σχετικά νομοσχέδια. Η χρησιμοποίηση των παιδιών συνεχιζόταν μέχρι το 1840, όταν ψηφίσθηκε νόμος που απαγόρευε το βάσανο αυτών των παιδιών, κάτω της ηλικίας των 21 ετών. Ο νόμος αυτός όμως δεν εφαρμοζόταν πάντοτε. Το 1864 ο Λόρδος Shaftesbury θέσπισε το υψηλό για την εποχή εκείνη πρόστιμο των 10 λιρών, για κάθε παράβαση, με την εντολή η Αστυνομία να επέβλεπε την εφαρμογή του νόμου. Αυτό ήταν η αιτία να σταματήσει τελικά η φρικαλεότητα αυτή…
Στον καιρό της αναγέννησης των γραμμάτων και των τεχνών, το 18ο και 19ο αιώνα, η θέση των παιδιών στον ευρωπαϊκό χώρο και ιδίως στη Βρετανία δεν ήταν καθόλου ευχάριστη. Παρουσιαζόταν μάλιστα το οξύμωρο σχήμα, τον καιρό που κυμάτιζε η βρετανική σημαία σε όλη την υδρόγειο και στη διάρκεια του εικοσιτετραώρου δεν υποστελλόταν ποτέ, μέσα στη Μ. Βρετανία και ιδίως στην Αγγλία, για δυο εκατομμύρια ντόπιο πληθυσμό, σε σύνολο 16 εκατομμυρίων, η ζωή ήταν αθλία, με το βδομαδιάτικο να αγοραζόταν μόνο ένα καρβέλι ψωμί και ο πληθυσμός αυτός να προσπαθεί να τραφεί από τα σκουπίδια των πλουσίων. Στα πέτρινα αυτά χρόνια οι γυναίκες και παιδιά εργάζονταν στα ανθρακωρυχεία. Η δουλειά τους ήτα να τραβούν αλυσίδα που ήταν δεμένη στο στήθος τους. Σύρονταν στο σκοτάδι με τα τέσσερα (χέρια- πόδια) όπως τα ζώα, γιατί οι στοές ήταν πολύ χαμηλές, τραβώντας δίτροχα αμαξίδια, γεμάτα με κάρβουνο. Η κατάσταση αυτή υπήρχε στη Βρετανία και μετά την κατάργηση της δουλείας και εξακολούθησε όλο σχεδόν των 19ο αιώνα. Ο Spencer στο έργο του «Η ιστορία της Αγγλίας» γράφει: «Ούτε άλογο σε υπερφορτωμένο αμάξι, ούτε γαϊδούρι στο χειραμάξι του μανάβη, ούτε οι σκλάβοι στις φυτείες των Δυτικών Ινδιών είχαν αυτή τη μεταχείριση, που είχε ένας μεγάλος αριθμός παιδιών στα ανθρακωρυχεία». Ήταν πολύ συνηθισμένο το φαινόμενο να δουλεύουν στα ανθρακωρυχεία και παιδιά 6 ετών. Το ωράριο της απάνθρωπης αυτής εργασίας ήταν 14-16 ώρες το εικοσιτετράωρο. Όπως ήταν επόμενο οι κακουχίες αυτές οδηγούσαν πολύ συχνά τα παιδιά σε ασθένειες ή και στο θάνατο. Οι νόμοι δεν μπορούσαν να φθάσουν στα βάθη των ανθρακωρυχείων. Και τα δυστυχισμένα παιδιά συχνά ακρωτηριάζονταν ή σκοτώνονταν, με πλήρη ατιμωρησία των σκληρών εργοδοτών τους. Πρέπει να σημειωθεί πως για την μεταφορά του κάρβουνου πάνω στην επιφάνεια χρησιμοποιούνταν γυναίκες και μεγαλύτερα παιδιά. Με το φορτίο στη ράχη ανέβαιναν από μακρές ξύλινες σκάλες με αποτέλεσμα να συμβαίνουν συχνά ατυχήματα, ακόμα και θάνατοι από πτώσεις. Μόλις το 1842 απαγορεύθηκε η εργασία των παιδιών στα ανθρακωρυχεία, κάτω των 10 ετών. Το 1847 οι ώρες εργασίας περιορίσθηκαν σε δέκα».
Η εργασία των παιδιών στα εργοστάσια ήταν το άλλο μεγάλο έγκλημα της ευρωπαϊκής κοινωνίας. Ήταν πολύ συνηθισμένο το φαινόμενο παιδιά 6 ετών να δουλεύουν στα εργοστάσια υφαντουργίας, γυρίζοντας τους τροχούς, που μάζευαν τις κλωστές ή χρησιμοποιώντας άλλες επικίνδυνες μηχανές. Τα παιδιά εργάζονταν 12 ή και μέχρι 16 ώρες την ημέρα με ελάχιστη αμοιβή, με υποσιτισμό, με έλλειψη κάθε ψυχαγωγίας και με πολύ περιορισμένο ύπνο. Ενώ οι μηχανές εργάζονταν τα παιδιά δούλευαν πεινασμένα, διψασμένα, άγρυπνα και ρακένδυτα. Οι επιστάτες δεν δικαιολογούσαν καμιά καθυστέρηση και φέρνονταν με μεγάλη σκληρότητα. Το αποτέλεσμα ήταν τα εξαντλημένα αυτά παιδιά να πέφουν πάνω στις μηχανές και να τραυματίζονται ή και να ακρωτηριάζονται. Από την υπερβολική κούραση δεν μπορούσαν ούτε να φάνε το ελάχιστο φαγητό που των έδιναν. Ήταν δε επιρρεπή σε πολλές ασθένειες. Παιδιά μικρόσωμα, ωχρά, ατροφικά, αδενοπαθή, φυματικά. Και αν ακόμα επιζούσαν έκαναν ένα πληθυσμό ενηλίκων αγράμματο, χαμηλής γενικά βαθμίδας. Συνήθως τα παιδιά αυτά ως έφηβοι ή νέοι, δεν γίνονταν δεκτά, επειδή χαρακτηρίζονταν ως ανίκανα.
Η εκπαιδευτική κατάσταση στην Αγγλία στα χρόνια αυτά ήταν πολύ κακή. Στην αρχή του 19ου αιώνα υπήρχαν μόνο 3.363 σχολεία σε όλη τη χώρα. Το 1812 τα μισά παιδιά ήταν αναλφάβητα. Από τους ενηλίκους το 1/3 των ανδρών και το 1/2 των γυναικών δεν μπορούσαν να βάλουν την υπογραφή τους. Στις εργατικές συνοικίες η κατάσταση ήταν χειρότερη. Το 50% των ανδρών και το 60% των γυναικών δεν μπορούσαν να γράψουν το όνομά τους. Τα παιδιά δεν είχαν ελπίδα να μάθουν γράμματα, γιατί οι γονείς τους τα χρησιμοποιούσαν ως εργάτες στα εργοστάσια, για να κερδίσουν λίγα σελίνια, ώστε μαζί με το δικό τους μεροκάματο να μπορέσουν να αγοράσουν ένα καρβέλι ψωμί. Έτσι η θαλασσοκράτειρα Αγγλία, στις αρχές του 19ου αιώνα βρισκόταν σε άβυσσο αγραμματοσύνης. Μόλις το 1870 θεσπίζεται εθνικό σύστημα παιδείας, το 1880 ψηφίζεται ο νόμος για την υποχρεωτική εκπαίδευση και το 1891 καταργήθηκαν τα δίδακτρα. Πριν σχεδόν 100 χρόνια εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά στην Αγγλία δεν δοκίμαζαν τη χαρά του σχολείου και της μάθησης, πράγμα που δεν το συναντούσε κανείς σε άλλες χώρες της Ευρώπης, ούτε και στη φτωχή μας τότε χώρα, όπου από το 1834 ήταν δωρεάν η υποχρεωτική εκπαίδευση
Ο 20ος αιώνας έδωσε στους εργαζομένους όλων των χωρών της Ευρώπης καλύτερους τρόπους ζωής και η αθλιότητα των μαζών αρκετά περιορίσθηκε. Αλλά και στον αιώνα μας συναντούμε παιδιά θύματα στη διάρκεια γενοκτονιών, μεγάλων πολεμικών καταστροφών, των δύο παγκοσμίων πολέμων και των εμφυλίων συρράξεων. Η διακήρυξη των δικαιωμάτων του παιδιού υιοθετήθηκε από τη Γ.Σ. του ΟΗΕ στις 20 Νοεμβρίου 1959 στο Παρίσι, επειδή η προηγούμενη διακοίνωση της Γενεύης το 1924 είχε μείνει νεκρό γράμμα. Παρά τη διακήρυξη όμως αυτή και τη δράση της ΟΥΝΕΣΚΟ και των άλλων φιλανθρωπικών οργανώσεων παιδιά θύματα υπάρχουν και στην Ευρώπη και στις αναπτυσσόμενες χώρες της Ασίας, της Ν. Αμερικής και της Αφρικής.
Το 1215 υπογράφηκε από το βασιλέα της Αγγλίας Ιωάννη, η διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου, η γνωστή ως Habeas Corpus. Το 1297 ανανενώθηκε η διακήρυξη αυτή με Διάταγμα του Βασιλιά Εδουάρδου της Αγγλίας. Και, εξαιτίας της ανανέωσης αυτήςμ οι Βρετανοί μέχρι τελευταία, υπερηφανεύονταν ότι είναι οι πρώτοι που διακήρυξαν την ανάγκη σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων και ότι το πνεύμα αυτό κυριαρχούσε στη νομοθεσία τους. Παρ’ όλα αυτά στη διάρκεια των κατοπινών 17ου, 18ου, 19ου αιώνων, αγνόησαν καθ’ ολοκληρίαν το πνεύμα αυτό... με τις τραγικές συνέπειες που προαναφέραμε.
Πληροφοριακώς σημειώνω ότι, όπως γράφει η εφημερίδα New York Times, στο φύλλο της 7.12.07,σήμερα υπάρχουν δυο μόνον αντίγραφα της περίφημης αυτής διακήρυξης, ένα στην Αυστραλία και ένα στην Αμερική. Το αντίγραφο που βρίσκεται στην Αμερική θα πουληθεί σε διαγωνισμό από τον Οίκο Sothebby’s, στις 19 Δεκεμβρίου. Η τελική τιμή του αντιγράφου αυτό, το οποίο θεωρείται ως το πιο σημαντικό έγγραφο του κόσμου, πιστεύεται ότι θα είναι 20-30 εκατομμύρια δολάρια.
Παρά το πνεύμα της Διακήρυξης αυτής και της Διακήρυξης των δικαιωμάτων του παιδιού, εκατομμύρια παιδιά, στον αιώνα της ευημερίας και της τεχνολογικής ανάπτυξης ζουν στην κόψη του ξυραφιού. Παιδιά του δρόμουκαι των φαναριών, θύματα παιδοφιλίας και του ΑΙDS, ασθενικά, πεινασμένα, ρακένδυτα, αγράμματα, χωρίς την ελάχιστη συμμετοχή στα αγαθά του πολιτισμού, χωρίς παιχνίδι, ούτε άλλη ψυχαγωγία και ιατρική περίθαλψη, χωρίς αγάπη και κατανόηση, αντικείμενα σεξουαλικής και άλλης φύσεως εκμετάλλευσης, όπως και εμπορίου για την αφαίρεση των οργάνων των. Οι φρικαλεότητες σε βάρος των παιδιών δυστυχώς εξακολουθούν να υπάρχουν και στα χρόνια μας. Μέχρι πότε θα τις ανεχόμαστε;
Επ’ ευκαιρία της συμπλήρωσης 2000 σχεδόν χρόνων από την υπογραφή της Habea Corpus και της 18ης επετείου από την υιοθέτηση της Σύμβασης των δικαιωμάτων του παιδιού, τα ευτυχισμένα παιδιά των αναπτυγμένων χωρών απαιτούν από τους μεγάλους καλύτερο κόσμο, τέτοιον που να χωράει στα θρανία άλλα 115 εκατομμύρια παιδιά, που σήμερα δεν πηγαίνουν στο σχολείο...
Νικόλαος Β. Πετρουλάκης
(Λήψη απο Δ.Χαραλαμπάκης)