Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΛΩΣΣΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΛΩΣΣΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2015

Δελφίνος


Προέρχεται από τη γαλλική λέξη Dauphin που ήταν τίτλος στη Γαλλία, από το 1350 μέχρι το 1791 και από το 1824 μέχρι 1830, και δήλωνε τον διάδοχο του θρόνου. Κυριολεκτικά σήμαινε "δελφίνι" δύο εκ των οποίων βρίσκονταν και στον αντίστοιχο θυρεό.

Οι κόμητες της γαλλικής Βιέννης είχαν στο οικόσημό τους ένα δελφίνι και από εκεί ονομάστηκε και Δελφινάτο (Dauphiné) η κομητεία τους.  Όταν η γενεαλογική γραμμή των κομήτων της Βιέννης έσβησε, το φέουδο περιήλθε στο Γάλλο βασιλιά, ο οποίος το προόρισε για το διάδοχο του θρόνου της Γαλλίας. Έτσι κι αυτός ονομάστηκε Δελφίνος, και πρόσθεσε στο οικόσημό του το δελφίνι του Δελφινάτου στους κρίνους της Γαλλίας.


Τρίτη 3 Ιουνίου 2014

Ακηδία


Nωθρότητα ψυχική, έλλειψη πνευματικής εγρήγορσης, ολιγωρία, τεμπελιά.
Ετυμολογία : α + κήδος (φροντίδα) : δηλαδή έλλειψη φροντίδας, 
(π.χ. ο κηδεμόνας είναι αυτός που φροντίζει)

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Σαρδάμ

σαρδάμ το [sarδám] Ο (άκλ.) : λέξη που δηλώνει το μπέρδεμα των λέξεων ή των γραμμάτων μέσα σε μία λέξη από έναν ομιλητή, συνήθως από αμηχανία ή άγχος.

Η λέξη σαρδάμ προκύπτει από αναγραμματισμό του ονόματος Μαδράς. Ο Αχιλλέας Μαδράς ήταν ηθοποιός και σκηνοθέτης ο οποίος είχε γυρίσει την πρώτη ελληνική κινηματογραφική παραγωγή. Σε μία προσπάθειά του να αυτοσαρκάσει την συνήθειά του να μπερδεύει τα λόγια του όταν μιλούσε, διάβασε ανάποδα το επίθετό του και δημιούργησε τον παραπάνω όρο.

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013

Απαρέμφατο

Το απαρέμφατο είναι ακλιτος ρηματικός τύπος ο οποίος δε δηλώνει πρόσωπο ή αριθμό (ετυμολογικά σημαίνει : το αφανέρωτο, το αδήλωτο).

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2013

Ipso facto

Ipso facto είναι ένας λατινικός όρος ο οποίο σημαίνει : με αυτό καθαυτό το γεγονός, με βάση το γεγονός αυτό, από το ίδιο το γεγονός (προκύπτει..)
Χρησιμοποιείται όταν κάτι είναι τόσο σαφές που δεν υπάρχει ανάγκη για οποιαδήποτε επεξεργασία.

Αναλυτικά:

"η έκφραση αυτή που σημαίνει ‘από αυτό το ίδιο το γεγονός’ , ή αν θέλετε ‘από την αυτότητα του γεγονότος’ και την οποία, ενίοτε αντικαθιστούσαν στα λατινικά από τον όρο eo ipso  ‘από αυτό το ίδιο’ ή ακόμη – πράγμα που αδιόρατα διαφέρει στα λατινικά –‘από αυτόν τον ίδιο’ ή αλλιώς, για να είναι κανείς ακόμη πιο σχολαστικός ‘από αυτόν καθεαυτόν’, χρησιμοποιείται εδώ, σε σχέση με το ‘ίδιον’ ή την ‘αυτότητα του ιδίου’. 
Το διακύβευμα είναι στην ουσία η κύρια διατύπωση ego sum, η οποία απέχει πολύ από το να σημαίνει περιοριστικά ‘εγώ είμαι’, αφού στην πραγματικότητα διατυπώνει το εξής, ότι το υποκείμενο του sum –το πρώτο πρόσωπο του ενικού, που ήδη εγγράφεται (eo ipso) στη ρηματική μορφή sum, χωρίς καμιά προσθήκη αντωνυμίας να είναι αναγκαία- το υποκείμενο αυτού του ‘είναι’ που δηλώνεται από το ρήμα, δηλ. αυτό το ίδιο το είναι, στην πλέον προσίδια οντολογική του ιδιότητα ( στο ίδιο το είναι του), αυτό το είναι λοιπόν ή αυτό το όν, στο βαθμό που είναι, είναι εγώ είμαι αυτό, εγώ που το διατυπώνω, ego, αντωνυμία εντέλει πλεοναστική, της οποίας όμως ο υπερβολικός χαρακτήρας αποδεικνύεται συνεκτατός και συνουσιώδης με την οντολογική ιδιότητα για την οπoία πρόκειται."

Ανασκευάζω

ανασκευάζω [anaskevázo] -ομαι : αποδεικνύω ότι κάτι δεν είναι αληθινό ή σωστό: ~ τη γνώμη / τους ισχυρισμούς / τα επιχειρήματα / τις κατηγορίες κάποιου. 
[λόγ. < αρχ. ἀνασκευάζω]

Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2012

Προσωδία

1. Ο μουσικός τονισμός σε διάφορες γλώσσες με βάση τη μακρότητα ή τη βραχύτητα των συλλαβών
2. τα γλωσσικά φαινόμενα (ένταση, ύψος φωνής, χρόνος) που συνοδεύουν τον προφορικό λόγο ΣΥΝ. επιτονισμός
3. ΜΕΤΡ η αξιοποιήση της μακρότητας ή της βραχύτητας των συλλαβών για την παραγωγή των ποιητικών μέτρων.
4. ΜΟΥΣ. οι κανόνες που καθορίζουν την εκφορά μεμονωμένων φθόγγων και την άρθρωση κατά τη σύνδεση τους.

Λεξικό Μπαμπινιώτη

Κυριακή 25 Μαρτίου 2012

Δραγουμάνος

Μεταφραστής ή/και διερμηνέας ο οποίος εργαζόταν στην αυλή του Σουλτάνου. Οι δραγουμάνοι συνήθως δεν είχαν Τούρκικη καταγωγή και έπρεπε να γνωρίζουν απαραίτητως την τούρκικη και αραβική γλώσσα καθώς και τουλάχιστον δύο ευρωπαικές γλώσσες.

Πέρα όμως από τα καθήκοντα του ως μεταφραστής, ο Δραγουμάνος κατα την περίοδο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας είχε μετατραπεί σε αξίωμα και μάλιστα ιδιαίτερα σημαντικό.
Οι δραγουμάνοι ήταν άτομα εμπιστοσύνης του Σουλτάνου με καθήκοντα συμβούλου ιδιαίτερα σε θέματα διπλωματίας.


Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012

Εκβιασμός


Στα αγγλικά, θα το ξέρετε οι περισσότεροι, είναι blackmail, κι αν υποθέσετε ότι η λέξη παράγεται από το black = μαύρος και mail = αλληλογραφία δεν είναι παράλογο να σκεφτείτε ότι ονομάστηκε έτσι από τα μαύρα, τα απειλητικά γράμματα που στέλνει ο εκβιαστής στα θύματά του· όχι όμως, εδώ πρόκειται για άλλη λέξη mail, ομόηχη, σπάνια στα σημερινά αγγλικά, που σημαίνει «φόρος, ενοίκιο»· επομένως, blackmail είναι ο παράνομος («μαύρος») φόρος που αποσπά ο εκβιαστής. Στα γερμανικά, ο εκβιασμός είναι Erpressung, από το pressen = πιέζω, απ’ όπου και η δική μας πρέσα· λέξεις της ίδιας οικογένειας υπάρχουν και σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες, η αρχή τους είναι λατινική.
Στα γαλλικά πάλι ο εκβιασμός είναι chantage, και προέρχεται, όσο κι αν φαίνεται απίθανο, από το chanter που σημαίνει «τραγουδώ»! Στην αρχή της λέξης, βρίσκουμε τους κατάδικους που τους βασάνιζαν για να τους αποσπάσουν την ομολογία, κι αυτό λεγόταν faire chanter, δηλαδή τον κάνω να τραγουδήσει (και στη δική μας αργκό λέμε «κελάηδησε» για όποιον ομολόγησε). Από εκεί, το faire chanter πήρε τη σημασία «αποσπώ χρήματα με τη βία» και τελικά «εκβιάζω».

Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου 2010

Σκρόφα.

Ουσιαστικό γένους θηλυκού. Η αρχική σημασία της λέξης είναι «θηλυκό γουρούνι». Χρησιμοποιείται ως υβριστικός χαρακτηρισμός: Ήταν μια υπάλληλος στο ταμείο της εφορίας, περιμέναμε είκοσι άτομα ουρά και αυτή έβαφε τα νύχια της, η σκρόφα!
Μερικές φορές χρησιμοποιείται και ως επίθετο: σκρόφα ζωή.

Προέρχεται από τη λατινική λέξη scrofa. Με το όνομα σκρόφα (σημασία «γουρούνα») αναφέρεται παλιό ομαδικό παιχνίδι που παιζόταν με άδειο κονσερβοκούτι και μαγκούρες. Οι παίκτες προσπαθούσαν χρησιμοποιώντας τη μαγκούρα τους να οδηγήσουν το κονσερβοκούτι-σκρόφα στην κατάλληλη λακκούβα.

Κυριακή 27 Ιουνίου 2010

Προαλείφομαι

προετοιμάζομαι για κάτι π.χ. ένα έργο, κάνω την προετοιμασία-προπαρασκευή για την ανάληψη κάποιας αποστολής, ρόλου, αξιώματος.
(ΕΤΥΜ. αρχική σημασία. "αλείφομαι (με λάδι) πριν μπω στην παλαίστρα. προ+αλείφω."

Βιλαέτι

Μεγάλη διοικητική περιφέρεια στα χρόνια της Τουρκοκρατίας - τουρκ. vilayet.

Τρίτη 15 Ιουνίου 2010

πρανής

(λόγ.) ο κατηφορικός. || (κυρ. ως ουσ.) το πρανές ή τα πρανή, οι κατωφέρειες, οι πρόποδες ή οι υπώρειες υψώματος (με σχετικά ομαλή κλίση): Ένας λόχος κατέλαβε τα πρανή του λόφου / του υψώματος.
[λόγ. < αρχ. πρανής]

Παρασκευή 11 Ιουνίου 2010

Επίνειο

χαρακτηρισμός πόλης ή γενικά οικισμού που διαθέτει λιμάνι, μέσο του οποίου ορισμένη πόλη, συνήθ. μεσόγεια, επικοινωνεί με τη θάλασσα: Ο Πειραιάς αναπτύχθηκε ως ~ της Aθήνας.
[λόγ. < αρχ. ἐπίνειον]

Τετάρτη 2 Ιουνίου 2010

Καφτάνι


καφτάνι το [kaftáni]: φαρδύ και μακρύ, πολυτελές και συνήθ. επίσημο ένδυμα, που το φορούν οι άνδρες στην Aνατολή. || για άχαρο, ριχτό γυναικείο ρούχο: Ήρθε στο γάμο μ΄ εκείνο το άχαρο ~.
[τουρκ. kaftan (από τα περσ.) -ι]

Το καφτάνι είναι ριχτό γυναικείο ένδυμα που συνήθως φοριέται τους καλοκαιρινούς μήνες πάνω από το μαγιό και μπορεί να φτάνει λίγο πιο πάνω ή πιο κάτω από το γόνατο. Στην Ανατολή το καφτάνι είναι ένα φαρδύ και μακρύ πολυτελές ρούχο σαν χιτώνας με φαρδιά μανίκια, πλούσια διακοσμημένο και ντυμένο με γούνα, που φοριέται σε επίσημες εκδηλώσεις και αποτελεί ένδυμα της αντρικής γκαρνταρόμπας. Καφτάνια συνήθιζαν να φορούν οι Οθωμανοί σουλτάνοι. Μερικά από αυτά ήταν τόσο περίτεχνα και ακριβά που απονέμονταν ως βραβείο κατά τη διάρκεια θρησκευτικών τελετών σε σημαντικούς αξιωματούχους και σε στρατηγούς ύστερα από νικηφόρες μάχες. Ο Φώτης Κόντογλου (στη συλλογή «Μυστικά Άνθη») χαρακτηριστικά αναφέρει: «Οι χοτζάδες είναι ίδιοι παντού, με το σαρίκι, με το καφτάνι, με τα γένια και τα μουστάκια σε τύπο του προφήτη τους Μωάμεθ, και ψέλνουνε απάνω από το μιναρέ τα ίδια λόγια...». Επίσης, καφτάνι δώριζε ο Σουλτάνος σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, σε εκείνους που του προσέφεραν σπουδαίες υπηρεσίες. Μεγάλη συλλογή από καφτάνια εκτίθενται στο παλάτι Τοπ Καπί της Κωνσταντινούπολης. Επίσης, το καφτάνι αποτελεί απαραίτητο κομμάτι της γυναικείας παραδοσιακής φορεσιάς της Θράκης.

also see in http://en.wikipedia.org/wiki/Kaftan

Ντοβλέτι

ντοβλετ (τουρκ. λ. devlet = κράτος) -ι] το κράτος, η κυβέρνηση, το δημόσιο. Αλλιώς ντοβλέτ, ντουβλέτι.

Πέμπτη 22 Απριλίου 2010

Γλωσσικός Στρουκτουραλισμός

Ο στρουκτουραλισμός ή δομολειτουργισμός είναι θεωρία της οποίας θεμελιωτής υπήρξε ο γλωσσολόγος Φερντινάντ ντε Σωσσύρ (Ferdinand de Saussure), ο οποίος και έδειξε για πρώτη φορά το "αυθαίρετο του γλωσσικού σημείου", δηλαδή ότι η γλώσσα δεν αντιγράφει την πραγματικότητα, αλλά είναι αυθαίρετη καθώς δεν υπάρχει μια αιτιώδης σύνδεση ανάμεσα στο σημαίνον (τη λέξη που αποδίδεται σε ένα αντικείμενο) και το σημαινόμενο (το αντικείμενο). Έτσι, το γλωσσικό σημείο δεν ενώνει ένα όνομα με ένα αντικείμενο, αλλά μια ιδέα του πράγματος με μια ακουστική εικόνα.
Η γλώσσα συνολικά επιβάλλεται αυθαίρετα και χρησιμοποιεί ως μέσο ανάδειξης και μετάδοσής της τις κοινωνίες. Έχει αποδειχθεί ότι όλος ο πλούτος μιας γλώσσας δημιουργείται από τον συνδυασμό περιορισμένου αριθμού δομικών γλωσσικών μονάδων, των φωνημάτων.
Η θεωρία του στρουκτουραλισμού βρίσκει εφαρμογή σε ένα ευρύ πεδίο που διατρέχει σχεδόν όλο το γνωστικό φάσμα. Το βασικό αξίωμά του είναι ότι κάτω από τις συνειδητές ανθρώπινες κατασκευές, άσχετα με το πεδίο τους, υπάρχουν μή - συνειδητές δομές που αναπαράγουν τα διάφορα φαινόμενα οι οποίες διέπονται από κάποιους νόμους ισορροπίας, κοινούς για κάθε σύστημα που αποτελεί μέρος του φυσικού κόσμου.
Το ριζοσπαστικό συμπέρασμα της θεωρίας έγκειται στην απόδειξη ότι οι εκδηλώσεις του ανθρώπου που οι κοινωνίες μας ήθελαν να αποκαλούν "συνειδητές" υπακούουν στην ουσία σε "μή - συνειδητές δομές" (ή αλλιώς στρουκτούρες) που έχουν τη δική τους διάρθρωση και διαλεκτική, η οποία και απέχει παρασάγγας από τον συνειδητό ανθρώπινο έλεγχο.
Κατ' αυτή την έννοια, κορυφαίες στιγμές όπου καταδείχτηκε το ασυνείδητο και υποκειμενικό των ανθρώπινων δομών υπήρξαν:
Η τεκμηρίωση, από τον Κοπέρνικο, τον Κέπλερ και άλλους της θεωρίας του ηλιοκεντρικού ηλιακού συστήματος, που εκτόπισε τον άνθρωπο από το κέντρο του σύμπαντος.
Η εξελικτική θεωρία του Δαρβίνου που έδειξε πως ο άνθρωπος, ως υπόσταση, δεν βρίσκεται λίγο πιο κάτω από τους "αγγέλους" αλλά λίγο πιο πάνω από τους πιθήκους
Η ψυχαναλυτική θεωρία του Φρόιντ που έδειξε πως ο ψυχισμός του ανθρώπου κυριαρχείται από ασυνείδητες ορμές.
Η διατύπωση του δεύτερου θερμοδυναμικού αξιώματος, που έδειξε στον άνθρωπο της βιομηχανικής εποχής, που στήριζε τις ελπίδες του στο απεριόριστο των φυσικών πόρων, πως κάθε μορφή ενέργειας μετατρέπεται, τελικά και μη - αναστρέψιμα, σε μη αξιοποιήσιμη θερμότητα.
Η διαπίστωση του Μαρξ ότι όλα τα κοινωνικοπολιτικά φαινόμενα ανάγονται στον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία είναι χωρισμένη σε τάξεις και στην πάλη μεταξύ τους.
Το φιλοσοφικό Σύστημα "θέση - Αντίθεση - Σύνθεση" του Χέγκελ που έθεσε ως οδηγούσα δύναμη της Ιστορίας την πάλη ανάμεσα στις επιμέρους αντιθέσεις κάθε συνόλου, την "άρνηση της άρνησης", την αντίθεση της θέσης που οδηγεί νομοτελειακά σε μια νέα ανώτερη σύνθεση, εμπλουτισμένη με την εμπειρία τόσο της θέσης όσο και της αντίθεσης.

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2010

καταχωρίζω ή καταχωρώ;

Είναι προτιμότερο να χρησιμοποιούμε τον τύπο καταχωρίζω (αντί του καταχωρώ), όταν θέλουμε να δηλώσουμε την καταγραφή «κατά χώραν» (στην οικεία θέση) μιας επίσημης ή τυπικής πληροφορίας – όλες οι συναφείς πληροφορίες είναι καταχωρισμένες στα αρχεία της Κοινότητας. Το καταχωρίζω (< κατά χώραν θέτω) διαφέρει από τα σύνθετα του χωρώ «προχωρώ, βαδίζω» που δηλώνουν κατά βάσιν κίνηση: ανα-χωρώ, προ-χωρώ, προσ-χωρώ, υπο-χωρώ, οπισθο-χωρώ, απο-χωρώ, εισ-χωρώ, συγ-χωρώ («συμβαδίζω, συγκλίνω, συμφωνώ, απαλλάσσω»), υπανα-χωρώ, παρα-χωρώ, εκ-χωρώ. Το καταχωρίζω δηλώνει θέση (τοποθέτηση σε ορισμένη θέση) με σκοπό την ταξινόμηση και διάκριση των πληροφοριών· παράβαλε και χωρίζω, δια-χωρίζω, απο-χωρίζω, ξε-χωρίζω τα οποία δηλώνουν «διάκριση θέσεως» και, κατ' επέκτασιν, διάκριση. Βεβαίως, το καταχωρίζω προσδιορίζει ως προτιμότερες τις χρήσεις καταχώριση, καταχωρισμός, καταχωρίσιμος, καταχωρισμένος.
Μπαμπινιώτης

καταχωρώ [kataxoró] -ούμαι P10.9 : καταχωρίζω. [λόγ. < ελνστ. καταχωρῶ `υποχωρώ σε αίτημα΄, με σφαλερή ταύτιση προς το καταχωρίζω από το συνοπτ. θ. καταχωρισ-]

καταχωρίζω [kataxorízo] -ομαι P2.1 : 1. γράφω κτ. σε ορισμένη σειρά και θέση, σε ειδικό βιβλίο, κατάλογο κτλ., ή το κρατώ στη μνήμη ηλεκτρονικού υπολογιστή: Oι γάμοι / οι θάνατοι καταχωρίζονται στα οικεία βιβλία του ληξιαρχείου. O αρμόδιος υπάλληλος καταχώρισε την αίτηση με αριθμό πρωτοκόλλου τριάντα. Tα έσοδα και οι δαπάνες είναι καταχωρισμένα σε λογιστικά βιβλία. || Aυτό το γεγονός θα καταχωριστεί στις δέλτους της ιστορίας, θα καταγραφεί. 2. δημοσιεύω κτ. σε εφημερίδα ή σε περιοδικό, κυρίως για πληρωμένη δημοσίευση μικρής αγγελίας, διαφήμισης, δήλωσης κτλ. [λόγ. < ελνστ. καταχωρίζω `εγγράφω σε κατάλογο΄, αρχ. σημ.: `βάζω στη θέση του΄ (διαφ. το ελνστ. καταχωρῶ `υποχωρώ)]
ΛΚΝ

καταχωρώ
(Α καταχωρῶ, -έω)· (νεοελλ.) καταχωρίζω*· || (αρχ.) 1. υποχωρώ ως προς κάτι, παραιτούμαι από κάτι· 2. παραδίδω κάτι σε κάποιον («τοὺς τόκους καταχωρεῑν... ἐς τὸ θεῑον»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α)-* + -χωρῶ (< χωρῶ < χῶρος), πρβλ. ανα-χωρώ, υπο-χωρώ].

καταχωρίζω
(AM καταχωρίζω)· γράφω κάτι στη δική του θέση σε βιβλίο ή κατάλογο, καταγράφω (α. «η αίτηση μου καταχωρίστηκε στο πρωτόκολλο»· β. «οὐ κατεχωρίσθη ὁ ἀριθμὸς ἐν βιβλίῳ λόγων τῶν ἠμερῶν τοῡ βασιλέως», ΠΔ)· || (νεοελλ.) δημοσιεύω κάτι σε εφημερίδα· || (μσν.) 1. χωρίζω, διασπώ· 2. ξεχωρίζω· || (αρχ.) 1. τοποθετώ κάτι σε μια θέση, κατατάσσω («τοὺς λόγους καταχωρίσας ᾗπερ ὐμῑν δοκεῑ», Ξεν.)· 2. ορίζω, κατατάσσω, εγγράφω («οἱ εἰς τὸ ναυτικὸν κατακεχωρισμένοι»)· 3. καταδαπανώ, καταναλίσκω («ὠνούμενοι γυναῑκας καὶ οἶνον, ἅπαντα τὸν μισθὸν εἰς ταῡτα κατεχώριζον», Διόδ.)· 4. μεταβιβάζω κάτι σε κάποιον με επίσημη πράξη· 5. καταγράφω, αναφέρω, περιλαμβάνω σε βιβλίο («κατεχώρισε ἐν τοῑς ποιήμασι τούσδε τοὺς στίχους», Διόδ.).
Πάπυρος

καταχωρώ
-είς, -εί ρ. (καταχώρησα, καταχωρημένος) βλ. το ορθότ. καταχωρίζω

καταχωρίζω
[<αρχ. καταχωρίζω < κατά + χωρίζω]
ρ. (καταχώρ-ισα, -ίστηκα, -ισμένος) εγγράφω σε βιβλίο, πίνακα, λογαριασμό κτλ. ή δημοσιεύω
ΜΕΛ

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2010

Τσίφτης

τσίφτης ο [tsíftis] Ο11 θηλ. τσίφτισσα [tsíftisa] Ο27α : (λαϊκ.) 1. άνθρωπος πανέξυπνος, καπάτσος. || μάγκας2. 2. άνθρωπος άψογος: α. στην εξωτερική του εμφάνιση. β. στη συμπεριφορά του· άνθρωπος εντάξει.
[αλβ. qift `γεράκι΄ -ης με προώθηση της άρθρ. [i > tsi] (για τη σημ. σύγκρ. σαΐνι)· τσίφτ(ης) -ισσα]

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2009

πογκρόμ το [pogróm] Ο (άκλ.)

Βιαιοπραγίες, διωγμοί κατά εθνικών, φυλετικών ή θρησκευτικών μειονοτήτων: Tο ~ του 1938 κατά των Εβραίων. ~ των Iσραηλινών κατά των Παλαιστινίων στα κατεχόμενα εδάφη. || (επέκτ.) κάθε σκληρός, βίαιος μαζικός διωγμός, κυνηγητό: H αστυνομία εξαπέλυσε ~ κατά των χρηστών ναρκωτικών.
[λόγ. < γαλλ. pogrom < ρωσ. pogrom `ερήμωση΄]