Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΣΩΠΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΣΩΠΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

Γκί ντε Μοπασάν


Ο Μοπασάν υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους διηγηματογράφους του 19ου αιώνα, την ιστορική περίοδο που άνθησε η πεζογραφία ως μέσο προώθησης αλλά και ελέγχου τής ιδεολογίας της αστικής τάξης, που πλέον μεσουρανούσε στην Ευρώπη. Τα ρεαλιστικά αφηγήματα του Μοπασάν είναι βαθιά ριζωμένα στο ιστορικό τους περιβάλλον, προσφέροντας έτσι μια χαρακτηριστική γεύση από το σκανδαλώδες κλίμα εκείνης της «παρακμιακής» εποχής, τα τέλη του αιώνα. Το πραγματολογικό περιεχόμενο της αστικής ηθογραφίας είναι σίγουρα ο μείζων λόγος που ο Γάλλος συγγραφέας μάς προκαλεί το ενδιαφέρον, αλλά όχι και ο μοναδικός. Ο Μοπασάν παραμένει επίσης ένας από τους μεγάλους αφηγητές στην ιστορία των δυτικών γραμμάτων, στη γραμμή της παράδοσης που εγκαινιάστηκε με το «Δεκαήμερο» του Βοκκάκιου και σημαδεύτηκε από τα αλλόκοτα διηγήματα του Εντγκαρ Αλαν Πόου. Προσκολλημένα στην πλοκή και την περιγραφή σκηνών εις βάρος της εξήγησης και της ενδοσκόπησης, τα πεζογραφήματα του Μοπασάν θαυμάστηκαν από διάσημους σύγχρονούς του, όπως ο Τουργκένιεφ, ο Τολστόι και ο Φλομπέρ, και επηρέασαν με τη σειρά τους δεινούς συγγραφείς του 20ου αιώνα, για παράδειγμα τον Τζέιμς, τον Κόνραντ, ακόμη και τον Πιραντέλλο.


Γεννημένος το 1850 στη Νορμανδία, από οικογένεια ευγενικής καταγωγής, ο Μοπασάν είχε μια πολυκύμαντη προσωπική ζωή, γεμάτη πάθη και δοκιμασίες, αλλά ταυτόχρονα δραστήρια, δημόσια, παρεμβατική. Ανθρωπος πληθωρικός, φιλήδονος, ταξιδευτής, αθλητικός, φιλοπερίεργος, γνώρισε εξίσου τη δόξα και την εξαθλίωση. Επειτα από μακρόχρονη μαθητεία στη γραφή υπό την εποπτεία του Φλομπέρ, εθελοντική στράτευση στο γαλλοπρωσικό πόλεμο και μια περίοδο υπηρεσίας στη γαλλική δημόσια διοίκηση, ο Μοπασάν είχε εντρυφήσει αρκετά τόσο στη λογοτεχνία όσο και στη σύγχρονη πραγματικότητα ώστε να γίνει επαγγελματίας συγγραφέας, κερδίζοντας μεγάλη φήμη και υψηλές αποδοχές. Τα έργα του γίνονταν ανάρπαστα και γνώρισαν πολλές ανατυπώσεις. Ο ίδιος γλέντησε τη ζωή του ως διασημότητα, δίχως δεσμεύσεις και περιορισμούς, με κότερα, επαύλεις, εναλλασσόμενες γυναίκες και νόθα παιδιά, ενώ παράλληλα απορροφούσε εντυπώσεις και περιστατικά για να τροφοδοτήσει την αδηφάγο πένα του. Ομως, ο ξέφρενος ρυθμός του, το οικογενειακό ιστορικό νευροπάθειας και η προσβολή του από τη σύφιλη, την ασθένεια της εποχής, δεν άργησαν να τον εξουθενώσουν και να τον στείλουν παράφρονα στο άσυλο ανιάτων, όπου πέθανε ενάμιση χρόνο μετά. Σε ηλικία σαράντα τριών ετών είχε ήδη προλάβει να συγγράψει περίπου τριακόσια διηγήματα, έξι μυθιστορήματα, δύο θεατρικά έργα, ταξιδιωτικά βιβλία και πολυάριθμα χρονογραφήματα και κριτικές.


Το έργο του Μοπασάν στο σύνολό του στοχεύει στη διακωμώδηση των ηθών, την αποκάλυψη της νοσηρότητας της αστικής κοινωνίας, της χρεοκοπίας του πολιτισμού της λόγω του κυρίαρχου υλισμού και της αποθέωσης του χρηματικού και ατομικού συμφέροντος, όχι απλώς στον τομέα της οικονομίας αλλά επίσης στην πολιτική, την οικογένεια, τον έρωτα. Ο καυτηριασμός του ηθικού καθωσπρεπισμού και των ποταπών κινήτρων των αστών, σε όλο το φάσμα των σχέσεών τους, υπήρξε προσφιλές θέμα στη γαλλική λογοτεχνία της εποχής. Ομως η απεικόνιση χαρακτήρων και συμπεριφορών που φιλοτεχνεί ο Μοπασάν, εκτείνεται σε διάφορα κοινωνικά στρώματα και ρόλους, εκφράζοντας μια ευρύτερη αντι-ουμανιστική προοπτική. Οι ιστορίες του είναι γεμάτες φιλήδονους τυχοδιώκτες, άπιστες ή αφελείς γυναίκες, χυδαίους νεόπλουτους, υπολογιστές μικροαστούς, επιτηδευμένους κοσμικούς, υποκριτές ιερωμένους, άξεστους και φιλοχρήματους χωρικούς. Η βαθιά απαισιοδοξία για τη φύση και το μέλλον της ανθρωπότητας, που αποπνέει το έργο του, αντανακλά την ομολογημένη επιρροή της κοσμοθεώρησης του Σοπενχάουερ και του Σπένσερ. Ωστόσο, η απαισιοδοξία αυτή σε συνάρτηση με το απρόσωπο αφηγηματικό του ύφος, που οφείλει στον Φλομπέρ, δημιουργεί μια αίσθηση αμοραλισμού. Ο Μοπασάν απλώς παρατηρεί και αποδίδει με τρόπο «αντικειμενικό» τη σκληρότητα και το παράλογο της ζωής -δεν διδάσκει ούτε παρηγορεί.


Είναι ενδεικτικό ότι ο Τολστόι, που έτρεφε μεγάλη εκτίμηση στην υποβλητικότητα και την ειλικρίνεια της γραφής του, σε ένα δοκίμιο που έγραψε μετά τον θάνατό του, τον εγκαλεί ακριβώς για την αποτυχία του να μεταδώσει ορθά ηθικά αισθήματα, να διακρίνει το καλό από το κακό. Ενίοτε μάλιστα ο συγγραφέας δείχνει να γοητεύεται από τα ελαττώματα των ηρώων του, κυρίως επειδή παραμένουν αμετανόητοι. Στο πρώτο του μυθιστόρημα, «Μια ζωή», μια ευγενική και ωραία γυναίκα καταστρέφεται από τον αδιάφορο και αδίστακτο σύζυγό της, ενώ το περίφημο «Μπελ αμί», παρουσιάζει μια υποδειγματική περίπτωση κοινωνικής αναρρίχησης ενός γόη μέσω της αμείλικτης εκμετάλλευσης γυναικών, χωρίς η δράση του να σκιάζεται από κανενός είδους θεία δίκη. Αυτό που τελικά εντυπωσιάζει στις περισσότερες ιστορίες του Μοπασάν είναι η απρόσκοπτη επικράτηση του κακού, η επιβεβαίωση του νόμου του ισχυροτέρου, ο τυφλός εγωισμός των ενστίκτων σε μια κοινωνία που θεωρείται πολιτισμένη.


Ο Μοπασάν αποκαλύπτει χωρίς συναισθηματισμούς ότι η πολιτισμός είναι απάτη. Κι όμως απέχει από το να είναι κυνικός. Παρ' ότι συχνά πικάντικες και κωμικές σε τόνο, οι ιστορίες του δεν αποβλέπουν απλώς στην ψυχαγωγία του αναγνώστη. Στα λογοτεχνικά του κείμενα ενυπάρχει μια έντονη κριτική διάσταση που δεν προκύπτει από τη διατύπωση αξιολογικών κρίσεων, αλλά αντίθετα από την επίμονη θεματοποίηση της αδικίας και της υποκρισίας, η οποία εμμέσως λειτουργεί καταγγελτικά. Ο ίδιος εξηγούσε ότι ο ρεαλιστής μυθιστοριογράφος έχει ως στόχο «να μας αναγκάσει να σκεφτούμε, να καταλάβουμε το βαθύ νόημα των πραγμάτων». Σε ό,τι αφορά τα πολιτικά δρώμενα της εποχής του, άρθρωσε έναν ακόμη πιο αιχμηρό λόγο. Δεν ήταν μόνον από τους πρώτους που στηλίτευσαν την κατάκτηση της Τυνησίας και την αποικιοκρατική πολιτική της Γαλλίας αλλά τόλμησε επίσης να χλευάσει την ανανδρία και τον ψευτοπατρωτισμό των ομοεθνών του κατά τον γαλλοπρωσικό πόλεμο. Από τα πολυάριθμα διηγήματα που εμπνεύστηκε από τις εμπειρίες του στον πόλεμο, το πιο φημισμένο είναι «Η χοντρομπαλού», που έγραψε το 1880 για το συλλογικό τόμο «Απογευματινές του Μεντάν», προϊόν των φιλολογικών εσπερίδων που οργάνωνε ο Ζολά στη θερινή του κατοικία. Στο διήγημα αυτό μια πόρνη αποδεικνύεται πιο ανθρώπινη, γενναία και ηθική απ' ό,τι οι τοπικοί αριστοκράτες, οι επιχειρηματίες, οι ιδεολόγοι και οι μοναχοί με τους οποίους συνταξιδεύει. Ο Φλομπέρ μάλιστα το χαρακτήρισε αριστούργημα, αλλά η ιστορία στάθηκε αφορμή να κατηγορηθεί ο Μοπασάν ως αντιπατριώτης, επειδή εδώ όπως και αλλού περιγράφει με ακρίβεια τις μικρότητες, τις δολιότητες και τις αισχρότητες που έμελλε να εξωραϊστούν από την επίσημη Ιστορία -τη συνεργασία των μεγαλοαστών με τον κατακτητή, την αδιαφορία των γαιοκτημόνων, την παθητικότητα των χωρικών.


Ο θαρραλέος αντισοβινισμός του Μοπασάν συνδέεται με τη φανατικά αντιπολεμική του στάση και την απέχθειά του για τις πολιτικές και οικονομικές ραδιουργίες της Δεύτερης Γαλλικής Αυτοκρατορίας, με τις οποίες εξοικειώθηκε στη διάρκεια της πολύχρονης συνεργασίας του με εφημερίδες και άλλα έντυπα της περιόδου. Παρ' ότι ούτε οι εφημερίδες στις οποίες έγραφε τακτικά ήταν προοδευτικές ούτε ο ίδιος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί με ακρίβεια ριζοσπάστης, στα χρονογραφήματά του σχολίαζε την επικαιρότητα αναλαμβάνοντας το ρόλο του δημόσιου κατήγορου ενάντια στη διαφθορά και την ασυνειδησία.


Επισήμαινε ότι στην πραγματικότητα η κινητήριος δύναμη του αστικού πολιτισμού είναι τα όνειρα της κοινωνικής ανόδου και της ατομικής ιδιοκτησίας ενώ η θρησκεία και η ηθική είναι απλώς συνθήματα. Ανίχνευε τα αστικά συμφέροντα ακόμα και στην καρδιά της πολιτικής, γράφοντας χαρακτηριστικά: «Ζούμε υπό τη βασιλεία της δωροδοκίας των δημόσιων λειτουργών, μέσα στο βασίλειο της εύκολης συνείδησης, γονατισμένοι μπροστά στους μεγιστάνες». Οι καταγγελίες του είναι η έκφραση μιας εκ των έσω κριτικής, η οποία εντοπίζει τις αντιφάσεις και την αποτυχία του αστικού πολιτισμού να εμπραγματώσει τις ηθικές αξίες που υποτίθεται ότι πρεσβεύει. Κι αν η φωνή του Μοπασάν εξακολουθεί να έχει ισχύ, παρά την τοπική χροιά της και τον ενάμιση αιώνα που μεσολάβησε, οφείλεται κυρίως στο ότι αναγνωρίζουμε πως δυστυχώς πολύ λίγα έχουν ουσιαστικά αλλάξει από τότε.Ο Μοπασάν υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους διηγηματογράφους του 19ου αιώνα, την ιστορική περίοδο που άνθησε η πεζογραφία ως μέσο προώθησης αλλά και ελέγχου τής ιδεολογίας της αστικής τάξης, που πλέον μεσουρανούσε στην Ευρώπη. Τα ρεαλιστικά αφηγήματα του Μοπασάν είναι βαθιά ριζωμένα στο ιστορικό τους περιβάλλον, προσφέροντας έτσι μια χαρακτηριστική γεύση από το σκανδαλώδες κλίμα εκείνης της «παρακμιακής» εποχής, τα τέλη του αιώνα. Το πραγματολογικό περιεχόμενο της αστικής ηθογραφίας είναι σίγουρα ο μείζων λόγος που ο Γάλλος συγγραφέας μάς προκαλεί το ενδιαφέρον, αλλά όχι και ο μοναδικός. Ο Μοπασάν παραμένει επίσης ένας από τους μεγάλους αφηγητές στην ιστορία των δυτικών γραμμάτων, στη γραμμή της παράδοσης που εγκαινιάστηκε με το «Δεκαήμερο» του Βοκκάκιου και σημαδεύτηκε από τα αλλόκοτα διηγήματα του Εντγκαρ Αλαν Πόου. Προσκολλημένα στην πλοκή και την περιγραφή σκηνών εις βάρος της εξήγησης και της ενδοσκόπησης, τα πεζογραφήματα του Μοπασάν θαυμάστηκαν από διάσημους σύγχρονούς του, όπως ο Τουργκένιεφ, ο Τολστόι και ο Φλομπέρ, και επηρέασαν με τη σειρά τους δεινούς συγγραφείς του 20ου αιώνα, για παράδειγμα τον Τζέιμς, τον Κόνραντ, ακόμη και τον Πιραντέλλο.


Γεννημένος το 1850 στη Νορμανδία, από οικογένεια ευγενικής καταγωγής, ο Μοπασάν είχε μια πολυκύμαντη προσωπική ζωή, γεμάτη πάθη και δοκιμασίες, αλλά ταυτόχρονα δραστήρια, δημόσια, παρεμβατική. Ανθρωπος πληθωρικός, φιλήδονος, ταξιδευτής, αθλητικός, φιλοπερίεργος, γνώρισε εξίσου τη δόξα και την εξαθλίωση. Επειτα από μακρόχρονη μαθητεία στη γραφή υπό την εποπτεία του Φλομπέρ, εθελοντική στράτευση στο γαλλοπρωσικό πόλεμο και μια περίοδο υπηρεσίας στη γαλλική δημόσια διοίκηση, ο Μοπασάν είχε εντρυφήσει αρκετά τόσο στη λογοτεχνία όσο και στη σύγχρονη πραγματικότητα ώστε να γίνει επαγγελματίας συγγραφέας, κερδίζοντας μεγάλη φήμη και υψηλές αποδοχές. Τα έργα του γίνονταν ανάρπαστα και γνώρισαν πολλές ανατυπώσεις. Ο ίδιος γλέντησε τη ζωή του ως διασημότητα, δίχως δεσμεύσεις και περιορισμούς, με κότερα, επαύλεις, εναλλασσόμενες γυναίκες και νόθα παιδιά, ενώ παράλληλα απορροφούσε εντυπώσεις και περιστατικά για να τροφοδοτήσει την αδηφάγο πένα του. Ομως, ο ξέφρενος ρυθμός του, το οικογενειακό ιστορικό νευροπάθειας και η προσβολή του από τη σύφιλη, την ασθένεια της εποχής, δεν άργησαν να τον εξουθενώσουν και να τον στείλουν παράφρονα στο άσυλο ανιάτων, όπου πέθανε ενάμιση χρόνο μετά. Σε ηλικία σαράντα τριών ετών είχε ήδη προλάβει να συγγράψει περίπου τριακόσια διηγήματα, έξι μυθιστορήματα, δύο θεατρικά έργα, ταξιδιωτικά βιβλία και πολυάριθμα χρονογραφήματα και κριτικές.


Το έργο του Μοπασάν στο σύνολό του στοχεύει στη διακωμώδηση των ηθών, την αποκάλυψη της νοσηρότητας της αστικής κοινωνίας, της χρεοκοπίας του πολιτισμού της λόγω του κυρίαρχου υλισμού και της αποθέωσης του χρηματικού και ατομικού συμφέροντος, όχι απλώς στον τομέα της οικονομίας αλλά επίσης στην πολιτική, την οικογένεια, τον έρωτα. Ο καυτηριασμός του ηθικού καθωσπρεπισμού και των ποταπών κινήτρων των αστών, σε όλο το φάσμα των σχέσεών τους, υπήρξε προσφιλές θέμα στη γαλλική λογοτεχνία της εποχής. Ομως η απεικόνιση χαρακτήρων και συμπεριφορών που φιλοτεχνεί ο Μοπασάν, εκτείνεται σε διάφορα κοινωνικά στρώματα και ρόλους, εκφράζοντας μια ευρύτερη αντι-ουμανιστική προοπτική. Οι ιστορίες του είναι γεμάτες φιλήδονους τυχοδιώκτες, άπιστες ή αφελείς γυναίκες, χυδαίους νεόπλουτους, υπολογιστές μικροαστούς, επιτηδευμένους κοσμικούς, υποκριτές ιερωμένους, άξεστους και φιλοχρήματους χωρικούς. Η βαθιά απαισιοδοξία για τη φύση και το μέλλον της ανθρωπότητας, που αποπνέει το έργο του, αντανακλά την ομολογημένη επιρροή της κοσμοθεώρησης του Σοπενχάουερ και του Σπένσερ. Ωστόσο, η απαισιοδοξία αυτή σε συνάρτηση με το απρόσωπο αφηγηματικό του ύφος, που οφείλει στον Φλομπέρ, δημιουργεί μια αίσθηση αμοραλισμού. Ο Μοπασάν απλώς παρατηρεί και αποδίδει με τρόπο «αντικειμενικό» τη σκληρότητα και το παράλογο της ζωής -δεν διδάσκει ούτε παρηγορεί.


Είναι ενδεικτικό ότι ο Τολστόι, που έτρεφε μεγάλη εκτίμηση στην υποβλητικότητα και την ειλικρίνεια της γραφής του, σε ένα δοκίμιο που έγραψε μετά τον θάνατό του, τον εγκαλεί ακριβώς για την αποτυχία του να μεταδώσει ορθά ηθικά αισθήματα, να διακρίνει το καλό από το κακό. Ενίοτε μάλιστα ο συγγραφέας δείχνει να γοητεύεται από τα ελαττώματα των ηρώων του, κυρίως επειδή παραμένουν αμετανόητοι. Στο πρώτο του μυθιστόρημα, «Μια ζωή», μια ευγενική και ωραία γυναίκα καταστρέφεται από τον αδιάφορο και αδίστακτο σύζυγό της, ενώ το περίφημο «Μπελ αμί», παρουσιάζει μια υποδειγματική περίπτωση κοινωνικής αναρρίχησης ενός γόη μέσω της αμείλικτης εκμετάλλευσης γυναικών, χωρίς η δράση του να σκιάζεται από κανενός είδους θεία δίκη. Αυτό που τελικά εντυπωσιάζει στις περισσότερες ιστορίες του Μοπασάν είναι η απρόσκοπτη επικράτηση του κακού, η επιβεβαίωση του νόμου του ισχυροτέρου, ο τυφλός εγωισμός των ενστίκτων σε μια κοινωνία που θεωρείται πολιτισμένη.


Ο Μοπασάν αποκαλύπτει χωρίς συναισθηματισμούς ότι η πολιτισμός είναι απάτη. Κι όμως απέχει από το να είναι κυνικός. Παρ' ότι συχνά πικάντικες και κωμικές σε τόνο, οι ιστορίες του δεν αποβλέπουν απλώς στην ψυχαγωγία του αναγνώστη. Στα λογοτεχνικά του κείμενα ενυπάρχει μια έντονη κριτική διάσταση που δεν προκύπτει από τη διατύπωση αξιολογικών κρίσεων, αλλά αντίθετα από την επίμονη θεματοποίηση της αδικίας και της υποκρισίας, η οποία εμμέσως λειτουργεί καταγγελτικά. Ο ίδιος εξηγούσε ότι ο ρεαλιστής μυθιστοριογράφος έχει ως στόχο «να μας αναγκάσει να σκεφτούμε, να καταλάβουμε το βαθύ νόημα των πραγμάτων». Σε ό,τι αφορά τα πολιτικά δρώμενα της εποχής του, άρθρωσε έναν ακόμη πιο αιχμηρό λόγο. Δεν ήταν μόνον από τους πρώτους που στηλίτευσαν την κατάκτηση της Τυνησίας και την αποικιοκρατική πολιτική της Γαλλίας αλλά τόλμησε επίσης να χλευάσει την ανανδρία και τον ψευτοπατρωτισμό των ομοεθνών του κατά τον γαλλοπρωσικό πόλεμο. Από τα πολυάριθμα διηγήματα που εμπνεύστηκε από τις εμπειρίες του στον πόλεμο, το πιο φημισμένο είναι «Η χοντρομπαλού», που έγραψε το 1880 για το συλλογικό τόμο «Απογευματινές του Μεντάν», προϊόν των φιλολογικών εσπερίδων που οργάνωνε ο Ζολά στη θερινή του κατοικία. Στο διήγημα αυτό μια πόρνη αποδεικνύεται πιο ανθρώπινη, γενναία και ηθική απ' ό,τι οι τοπικοί αριστοκράτες, οι επιχειρηματίες, οι ιδεολόγοι και οι μοναχοί με τους οποίους συνταξιδεύει. Ο Φλομπέρ μάλιστα το χαρακτήρισε αριστούργημα, αλλά η ιστορία στάθηκε αφορμή να κατηγορηθεί ο Μοπασάν ως αντιπατριώτης, επειδή εδώ όπως και αλλού περιγράφει με ακρίβεια τις μικρότητες, τις δολιότητες και τις αισχρότητες που έμελλε να εξωραϊστούν από την επίσημη Ιστορία -τη συνεργασία των μεγαλοαστών με τον κατακτητή, την αδιαφορία των γαιοκτημόνων, την παθητικότητα των χωρικών.


Ο θαρραλέος αντισοβινισμός του Μοπασάν συνδέεται με τη φανατικά αντιπολεμική του στάση και την απέχθειά του για τις πολιτικές και οικονομικές ραδιουργίες της Δεύτερης Γαλλικής Αυτοκρατορίας, με τις οποίες εξοικειώθηκε στη διάρκεια της πολύχρονης συνεργασίας του με εφημερίδες και άλλα έντυπα της περιόδου. Παρ' ότι ούτε οι εφημερίδες στις οποίες έγραφε τακτικά ήταν προοδευτικές ούτε ο ίδιος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί με ακρίβεια ριζοσπάστης, στα χρονογραφήματά του σχολίαζε την επικαιρότητα αναλαμβάνοντας το ρόλο του δημόσιου κατήγορου ενάντια στη διαφθορά και την ασυνειδησία.


Επισήμαινε ότι στην πραγματικότητα η κινητήριος δύναμη του αστικού πολιτισμού είναι τα όνειρα της κοινωνικής ανόδου και της ατομικής ιδιοκτησίας ενώ η θρησκεία και η ηθική είναι απλώς συνθήματα. Ανίχνευε τα αστικά συμφέροντα ακόμα και στην καρδιά της πολιτικής, γράφοντας χαρακτηριστικά: «Ζούμε υπό τη βασιλεία της δωροδοκίας των δημόσιων λειτουργών, μέσα στο βασίλειο της εύκολης συνείδησης, γονατισμένοι μπροστά στους μεγιστάνες». Οι καταγγελίες του είναι η έκφραση μιας εκ των έσω κριτικής, η οποία εντοπίζει τις αντιφάσεις και την αποτυχία του αστικού πολιτισμού να εμπραγματώσει τις ηθικές αξίες που υποτίθεται ότι πρεσβεύει. Κι αν η φωνή του Μοπασάν εξακολουθεί να έχει ισχύ, παρά την τοπική χροιά της και τον ενάμιση αιώνα που μεσολάβησε, οφείλεται κυρίως στο ότι αναγνωρίζουμε πως δυστυχώς πολύ λίγα έχουν ουσιαστικά αλλάξει από τότε.

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2011

Ντάριους Μιλό (1892 - 1974)

Ο Ντάριους Μιλό (Darius Milhaud) γεννήθηκε στις 4 Σεπτέβρη του 1892 στη Μασσαλία και πέθανε στις 22 Ιουνίου του 1974. Ήταν μέλος των "6" (Les Six) και ένας από τους πιο παραγωγικούς συνθέτες του 20ού αιώνα.
Οι πολυάριθμες συνθέσεις του έχουν επιρροές από την τζάζ και χρησιμοποιούν την πολυτονία.




Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

Εκτόρ Μπερλιόζ (1803 - 1869)

Ο Εκτόρ Μπερλιόζ (Hector Berlioz, 11 Δεκεμβρίου 1803- 8 Μαρτίου 1869) ήταν ένας γάλλος συνθέτης της εποχής του Ρομαντισμού.

Ανάμεσα στα σημαντικότερα έργα του συγκαταλέγεται η Φανταστική Συμφωνία (Symphonie Fantastique) η Λειτουργία των Νεκρών (Messe des morts, "Requiem")

Ο Μπερλιόζ συνεισέφερε σημαντικά στην εξέλιξη της ορχηστρικής μουσικής συνθέτοντας έργα για και παρουσιάζοντας τα με ορχηστρικά σχήματα ευρείας κλίμακας. Ανάμεσα στα έργα του συμπεριλαμβάνεται και η σύνθεση 50 περίπου τραγουδιών.

Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2011

Λέοναρντ Πελτιέ

Είναι από τα ρεκόρ που κανείς δεν ζηλεύει - μάλλον, αντίθετα, απεύχεται.
Να μείνεις περισσότερο από τη μισή σου ζωή στη φυλακή, για κάτι που δεν έκανες. Για τον Λέοναρντ Πελτιέ είναι η προσωπική, πραγματική, τραγωδία του. Ο βορειοαμερικανός ινδιάνος ακτιβιστής, από τους τελευταίους των Λακότα, βρίσκεται πίσω από τα σίδερα από το 1977 (34 χρόνια), όταν καταδικάστηκε για το φόνο δύο πρακτόρων του FBI έπειτα από ανταλλαγή πυροβολισμών σε καταυλισμό στη Νότια Ντακότα. Τώρα, καθώς πρόσφατα έγινε 67 χρόνων, κέρδισε τον τίτλο του «πολιτικού κρατούμενου με την πιο μακρόχρονη φυλάκιση στις ΗΠΑ» γεγονός που αναγνωρίστηκε από έναν διεθνή οργανισμό για τα δικαιώματα των αυτοχθόνων της Β. και Ν. Αμερικής, το Ιδρυμα Μάριο Μπενεντέτι (MBF), που του απένειμε το Διεθνές Βραβείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η απονομή του βραβείου στον Πελτιέ αποφασίστηκε επειδή ο ισοβίτης ακτιβιστής «αποτελεί σύμβολο της αντίστασης στις κατασταλτικές πολιτικές των ΗΠΑ, όπου άνθρωποι φυλακίζονται εξαιτίας φυλετικών, εθνοτικών, ιδεολογικών και θρησκευτικών λόγων».

Ο Πελτιέ δεν έπαψε να αγωνίζεται για τα δικαιώματα των βορειοαμερικανών Ινδιάνων ακόμη και μέσα από το κελί του, όπου βρέθηκε έπειτα από στημένη δίκη. Η καταδίκη του βασίστηκε σε μαρτυρία φίλης του, η οποία ύστερα από χρόνια αναίρεσε την κατάθεσή της λέγοντας ότι εκβιάστηκε από το FBI για να πει όσα είπε. Ο ίδιος ο Πελτιέ ποτέ δεν παραδέχτηκε την ενοχή του, και απέδωσε τη φυλάκισή του στο γεγονός ότι αποτελούσε ενεργό μέλος του Ινδιάνικου Κινήματος της Αμερικής (ΑΙΜ), που ιδρύθηκε το 1968 και διεκδικώντας τα αυτονόητα δικαιώματα των γηγενών φυλών ήρθε σε πολυήμερη ένοπλη σύγκρουση με ομοσπονδιακούς πράκτορες στη Νότια Ντακότα το 1973.

Αναγγέλλοντας τη βράβευση του Πελτιέ, το Ιδρυμα Μάριο Μπενεντέτι επισημαίνει ότι η περίπτωση αυτή δεν είναι η μοναδική αλλά επαναλαμβάνεται όλο και συχνότερα, «με φυλακίσεις, εκπατρισμό, εισβολές, διώξεις γηγενών φυλών, εδώ κι αιώνες». Σύμφωνα με δηλώσεις φίλων του Πελτιέ, «η φυλάκισή του είναι αποτέλεσμα του πολέμου που κήρυξε FBI στις ινδιάνικες φυλές».

Το MBF ιδρύθηκε το 2009 προς τιμήν του ουρουγουανού λογοτέχνη και αντιδικτατορικού αγωνιστή Μάριο Μπενεντέτι, με σκοπό να προάγει ζητήματα ανθρωπίνων και εθνοτικών δικαιωμάτων. Το βραβείο στον Πελτιέ είναι το πρώτο που απονέμει το MBF.

Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2010

Andrei Dmitrievich Sakharov

"Ούτε η νίκη διαρκεί για πάντα στη ζωή
αλλά ούτε και η ήττα"

Τάδε έφη
Αντρέι Ζαχάρωφ
1921-1989
Ρώσος φυσικός επιστήμονας υπέρμαχος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των πολιτικών ελευθεριών κατά του σοβιετικού ολοκληρωτισμού.

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2010

Θαλής ο Μιλήσιος

Ο Θαλής ο Μιλήσιος, (630/635 π.Χ. - 543 π.Χ.), ήταν προσωκρατικός φιλόσοφος ο οποίος έζησε και δραστηριοποιήθηκε στη Μίλητο γύρω στο 600 π.Χ. Κατατάσσεται μεταξύ των 7 σοφών. Η βασική του συνεισφορά στη φιλοσοφία και στην σκέψη ήταν η αναγωγή των διαφόρων φαινομένων του κόσμου σε μια ενιαία και μοναδική αρχή (απρόσωπη). Πρωταρχική σημασία στην κοσμολογία που ανέπτυξε έπαιζε το νερό στο οποίο όπως υποστήριζε στηριζοταν η Γή (την οποία αποτύπωνε σχηματικά ως ένα κυκλικό δίσκο). Η ιδέα αυτή ήταν σε ένα βαθμό επηρεασμένη από τη μυθολογία της Αιγύπτου και της Βαβυλωνίας οι οποίες ανέφεραν ότι κάτω από τη γη υπήρχαν νερά.

Επίσης ο Θαλής ανακάλυψε τα ηλιοστάσια, την ετερόφωτη φύση της Σελήνης, τον ηλεκτρισμό, τον μαγνητισμό (μελετώντας τις ελκτικές ιδιότητες του μαγνητίτη και του ήλεκτρου (κεχριμπάρι)

Μεταξύ άλλων ο Θαλής είναι γνωστός και την επιτυχή πρόβλεψη της ηλιακής έκλειψης τους έτους 585 π.χ.

Το έργο Ναυτιλιακή αστρολογία πιθανόν να ανήκει σε αυτόν αλλά ακόμα δεν είναι ιστορικά αποδεδειγμένο και βέβαιο.

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη ο Θαλής πίστευε πως ο κόσμος διέπεται από την παρουσία των θεών και ότι η ψυχή είναι κάτι το οποίο βρίσκεται σε διαρκή κίνηση, γεγονός το οποίο ανάγεται στην θεωρία του υλοζωισμού κατά την οποία η κινητικότητα των στοιχείων του κόσμου αποδεικνύει την έμψυχη φύση τους.

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2009

Ιωσήφ Μομφεράτος

Ο Ιωσήφ Μομφεράτος (1816-1888) ήταν Έλληνας πολιτικός απο την Κεφαλονιά.

Ο Μομφεράτος ήταν από τους αρχηγούς του Ριζοσπαστικού κόμματος των Ηνωμένων πολιτειών των Ιόνιων νήσων, δικηγόρος που είχε σπουδάσει σε πανεπιστήμια της Ιταλίας και της Γαλλίας. Διατέλεσε μέλος του Κερκυραϊκού κοινοβουλίου επί αγγλικής κατοχής και της Ελληνικής Εθνοσυνέλευσης του 1864, όταν τα Ιόνια νησιά είχαν παραχωρηθεί στην Ελλάδα απο τους Άγγλους. Επίσης από το 1849 έως το 1859 εξέδιδε στην Κεφαλονιά την εφημερίδα Αναγέννησις της Κεφαλονιάς. Αγωνίστηκε για την ένωση των νήσων με την Ελλάδα και για την πολιτική του δράση φυλακίστηκε και εξορίστηκε απο την Αγγλική αρμοστεία.

Το 1862 συμπαρατάχθηκε με τον Ηλία Ζερβό που πρότεινε ψήφισμα για την αναστολή της ένωσης και την ψήφιση μέτρων για την ανακούφιση του επτανησιακού λαού. Το ψήφισμα αυτό ήταν η αιτία να διασπαστεί το Κόμμα των Ριζοσπατών σε Κόμμα Αληθινών Ριζοσπαστών, με ηγέτες του Μομφεράτο και Ζερβό, και σε Κόμμα των Ενωτικών Ριζοσπαστών με ηγέτη τον Κων/νο Λομβάρδο.

Στις 21 Μαΐου 1864 γίνεται η ένωση των Ιονίων νήσων με την Ελλάδα, αλλά ο Μομφεράτος αρνείται να υπογράψει την ένωση και απουσιάζει από τους πανηγυρισμούς -παρόλο που ήταν αντιπρόεδρος του Ιόνιου κοινοβουλίου- διαφωνώντας με τους όρους της ένωσης.

Παρασκευή 3 Απριλίου 2009

Aimi Kobayashi

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2009

Δανάη

Απεβίωσε, σε ηλικία 96 ετών η πολυτάλαντη Δανάη Στρατηγοπούλου. Τραγουδίστρια, μουσικός, συγγραφέας, καθηγήτρια της ελληνικής λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο Σαντιάγο της Χιλής και φωνητικής μουσικής σε πολλά ωδεία, ενώ μυθική έχει μείνει η συνεργασία της με τον Αττίκ.

Γεννήθηκε το 1913 (κατ' άλλους το 1911) στην Αθήνα και πέρασε τα παιδικά της χρόνια στην Γαλλία. Παρακολούθησε για ένα έτος οικονομικές επιστήμες και γράφτηκε στη Σχολή Πολιτικών Επιστημών. Ασχολήθηκε από πολύ νωρίς με το ελαφρό τραγούδι και σπούδασε ορθοφωνία και φωνητική μουσική.

Ήταν στα τέλη του 1935, όταν η Δανάη Στρατηγοπούλου βρέθηκε για πρώτη φορά μπροστά στον διάσημο πρωτεργάτη της θρυλικής «Μάντρας», τον Αττίκ. να τη χαρακτηρίζουν ως το «αηδόνι» του Αττίκ.

Η ίδια έγραψε περισσότερα από 300 τραγούδια, πολλά σε στίχους δικούς της και πολλά βιβλία, ενώ ασχολήθηκε και με μεταφράσεις. Μετέφρασε, μεταξύ άλλων, ελληνικά δημοτικά τραγούδια στα ισπανικά και ποιήματα του Πάμπλο Νερούδα στα ελληνικά.

Διετέλεσε καθηγήτρια φωνητικής στο Ωδείο και καθηγήτρια της ελληνικής λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο του Σαντιάγο της Χιλής.

Η Δανάη Στρατηγοπούλου παντρεύτηκε τον Γιώργο Χαλκιαδάκη και έκανε μια κόρη, τη Λήδα.

Ανάμεσα στα πολύ γνωστά τραγούδια που ερμήνευσε η Δ.Στρατηγοπούλου ήταν το «Ας ερχόσουν για λίγο», «Αδικα πήγαν τα νιάτα μου» και άλλα.

Η Δανάη ήταν μια γυναίκα δυναμική και ενεργή μέχρι τα βαθιά της γεράματα. Οπως, εξάλλου, έλεγε: «Η ηλικία του κάθε ανθρώπου είναι μια εσωτερική υπόθεση. Ξέρω ότι πολλοί άνθρωποι έδωσαν ό,τι έδωσαν μέχρι τα είκοσί τους, ενώ άλλοι άρχισαν ως μεσήλικες ή ηλικιωμένοι. Δεν έχω σταματήσει να ενδιαφέρομαι για τη ζωή γύρω μου κι αυτό είναι ζωή, νομίζω...».

Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2008

Ιαν Χίμπελ

Ο Βρετανός ποδηλάτης Ιαν Χίμπελ, 74 ετών, είχε χαρακτηριστεί από τα μέσα ενημέρωσης της χώρας του ως «σύγχρονος Μάρκο Πόλο». Επί 40 και πλέον χρόνια, γύρισε όλο τον κόσμο με το ποδήλατό του, επισκεπτόμενος κάθε ήπειρο και φτάνοντας σε μερικά από τα πιο απομονωμένα και συναρπαστικά μέρη του πλανήτη. Οπως γράφει η αγγλική εφημερίδα «Ντέιλι Μέιλ», στις ατέλειωτες περιπλανήσεις του στον κόσμο, από την Ανταρκτική μέχρι τον Αμαζόνιο και από την Αλάσκα έως την Ινδονησία, πυροβολήθηκε από ληστές, κινδύνεψε να τον φάνε ζωντανό τροπικά μυρμήγκια, έπεσε σε βάλτους και παρά λίγο να σκοτωθεί, κυνηγήθηκε από ελέφαντες, και μια φορά του επιτέθηκε κι ένα πεινασμένο λιοντάρι. Κατάφερε, όμως, να μείνει ζωντανός ο άνθρωπος. Μέχρι που...

...ΗΡΘΕ στην Ελλάδα! Ηταν μια ζεστή μέρα, 23 του περασμένου Αυγούστου και ο Ιαν Χίμπελ κινείτο στην Εθνική οδό Αθηνών - Λαμίας, κοντά στην Αθήνα, στο ύψος της Βαρυμπόπης. Εκεί, τον κτύπησε ένα αυτοκίνητο και ο ασυνείδητος οδηγός του τον παράτησε στο δρόμο και έφυγε. Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, ένας από τους οποίους, ευτυχώς, συγκράτησε τον αριθμό κυκλοφορίας του αυτοκινήτου που κτύπησε τον Βρετανό ποδηλάτη και τηλεφώνησε στην αστυνομία, ο δράστης, ένας άνδρας 32 χρόνων, που συνελήφθη την επόμενη μέρα στην Κηφισιά, και δεν αποκλείεται, όπως έχει συμβεί πολλές φορές σε ανάλογες περιπτώσεις, να τη γλιτώσει τελικά με εξευτελιστική ποινή, οπωσδήποτε εξαγοράσιμη, έκανε κόντρες με ένα άλλο αυτοκίνητο - το προσφιλές αυτό άθλημα ορισμένων νεοελλήνων, που νομίζουν πως είναι Σουμάχερ, αλλά παρ' όλα αυτά δεν έχει βγάλει ποτέ αυτή η χώρα έναν οδηγό τέτοιας περιοπής, μόνο στις «κόντρες» κάνουμε τους μάγκες.

Ο ΑΤΥΧΟΣ Χίμπελ, που έκανε το μεγάλο λάθος να μην αφήσει την Ελλάδα έξω από τα παγκόσμια ταξίδια του, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου μόνο διαπιστώθηκε ο θάνατός του. Ηταν ένας ταξιδευτής-φιλόσοφος. Το 1984 έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο «In Remoto Places», «Σ' Απόμερα Μέρη» και όταν δεν ταξίδευε έδινε διαλέξεις σε πανεπιστήμια για τα μέρη που επισκεπτόταν και ενθάρρυνε ποδηλάτες σε όλο τον κόσμο να μη φοβηθούν, αλλά να αγαπήσουν τα μεγάλα ταξίδια. Σε μία διάλεξή του το 2005, έλεγε: «Κάθε τόσο, ένα πουλί σηκώνεται και πετάει σε μέρη στα οποία κάτι το τραβάει. Δεν ξέρω πώς γίνεται αυτό, αλλά συμβαίνει. Και είναι ωραίο».