Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2015

Το ποτάμι

[..] Σου λέω μη βιάζεσαι δεν ξέρεις πού έχεις φτάσει
ξυπνάς μια μέρα μ' ένα υπέροχο φιλί
κι όσα για πάντα είχες χάσει
για πάντα έχουν σωθεί.[..]

Γιάννης Αγγελάκας
"Το ποτάμι"

Ποίημα

Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας
κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά,
έναν ώμο ν’ ακουμπάτε την πίκρα σας,
ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας,
κοκκινίσατε άραγε για τη τόση ευτυχία σας,
έστω και μια φορά;
Είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή
για τους απεγνωσμένους;

Ντίνος Χριστιανόπουλος

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

Κόρακας


«Άσπρος γεννιέται ο κόρακας και κόκκινος κατιάζει
και μαύρος κατασταίνεται και του κυρού του μοιάζει»

Τρίτη 21 Μαΐου 2013

Σακιαμούνι


Από  τόπους  μακρινούς,  πέρ΄ από  βουνά,
μέσ΄ από  γκρεμούς  και  φαράγγια  σκοτεινά,
όπου  αντιβοούσε  και  λυσσομανούσε  με  μιας  θύελλας
ορμή το  φθινοπωριάτικο  αγέρι, διάβαινε  ένα  ασκέρι.

Όλο  αλήτες,  ερημοσπίτες...
Διάβαινε  τραβώντας  θλιβερά,
προς  του  Γάγγη  τα  νερά.

Τ΄ αδυνατισμένο  τους  κορμί  φάνταζε  μελανιασμένο,
από  την  βροχή  και  τον  άνεμο  δαρμένο.
Τρείς  μέρες  είχαν  τώρα  να  σταθούν,
λίγη  φωτιά,  κάποια  γωνιά  φιλόξενη  να  βρούν  ν΄ αναπαυθούν.

Και  με  την  ψυχή  στα  δόντια,  εσερνόνταν  οι  αλήτες...

Όταν  στου  δρόμου  μέσα  στη  σταχτιά  και  νοτισμένη  καταχνιά
το  κουρασμένο  τους  το  μάτι
ξεχώρισε  λαμπρό,  να  ξεπροβάλλει  κάτι.
Ήταν  ναός !!

Στη  μέση  του  ναού  στητός  σ'  ωραίο  θρόνο
ο  Σακιαμούνι  πέτρινος,  κάθοταν  ατάραχος,  σιωπηλός.
Κι΄ είχε  στην  πορφυρή  του  την  κορώνα,
διαμάντι,  που  ως  έλαμπε, φαινόταν  σαν  αστραπής  χορός.

Tότε  είπε  ένας  της  παρέας,  με  χαμηλή  φωνή:
"Πλησιάστε  με  κι  ακούστε  με  αδέλφια.
Η  νύχτα  είναι  σκοτεινή.
Βαριά  σκεπάσανε  τον  ουρανό  τα  νέφια.
Κανείς  δεν  θα  μας  δει.
Με  το  διαμάντινο  που  βλέπουμε  πετράδι
σαν  το  πουλήσουμε  στης  χώρας  το  παζάρι
άφθονα  πλούτια  και  ρούχα  και  σπουδή
στο  μερτικό  ο  καθένας  μας  θα  πάρει.
Τι  να  το  κάνει  ο  Βούδας;   Δεν  το  θέλει.
Γι΄ αυτόν  που  κυβερνά  την  πλάση  όλη,
από  το  φύκι  του  βυθού,  ως  τη  νεφέλη,
χίλιες  χιλιάδες  χρόνια  κάθε  βράδυ,
λαμποκοπούνε  πιο  καλά  οι  ουράνιοι  θόλοι
μ΄ ασύγκριτα  διαμάντια  τ΄ αμέτρητα   αστέρια"

Είπε  και  σύνθημα  έδωσε..
Κι  οι  κλέφτες  πλησιάσανε  προσεχτικά  τον  Βούδα.
Μα  μόλις  άπλωσαν  τα  βέβηλά  τους  χέρια,
προς  τ΄ άγαλμα  το  κόσμημα  ν΄ αγγίξουν,
σείστηκε,  άστραψε  και  βρόντηξε  ο  τόπος.
Σίφουνας  άρπαξε  και  τίναξε  μακριά  σαν  φλούδια,
στο  πάτωμα  τους  βέβηλους  ανθρώπους.
Κι  οι  άγριοι  αντίλαλοι  της  ερημιάς,
πιότερο  έκαναν  τον  τρόμο  της  καρδιάς.

Μονάχα  ένας  τη  στιγμή  εκείνη,
γεμάτος  μεγαλείο  και  γαλήνη,
από  τον  όχλο  των  ζητιάνων  θαρρετά
βγαίνει  δυο  βήματα  μπροστά
και  βλέποντας  τον  Βούδα  λέει:

"Ντροπή  σου!
ή τάχα  ψέματα  μας  λέγαν  οι  ιερείς  σου,
πως  είσαι  πράος,  αγαθός  και  σπλαχνικός.
Πως  αγαπάς  τους  πόνους  να  πραΰνεις,
στους  πικραμένους  τη  χαρά  να  δίνεις
και  να  γεμίζεις  την  καρδιά  με  φώς.
Όμως  να  τώρα  με  τυφλή  μανία,
έρχεσαι  εμάς  να  εκδικηθείς  τους  ταπεινούς...
Σκέψου  αλήθεια,
τι  κατόρθωμα  κι  ανδρεία
για  ένα  ασήμαντο  και  περιττό  πετράδι
να ρίχνεις τις βροντές, τους  κεραυνούς  σου
στο  πεινασμένο  κι  έντρομο  αυτό  κοπάδι!
Ο  Παντοκράτορας  εσύ  ο  τρομερός,
γίνεσαι  άδικος  κριτής  και  τιμωρός
και  ξεσηκώνεσαι  με  βία  αλόγιστη  κι  ορμή
για  ν΄ αφαιρέσεις  από  τον  ζητιάνο  τα  λίγα  ψίχουλα  ψωμί.
Του  κόσμου  άρχοντα,  των  βασιλιάδων  βασιλιά,
ίσος  με  σένα,  με  το  μέτωπο  ψηλά,
έρχομαι  ο  άφρονας  εδώ  μπροστά  σου!
Κάψε  με  αν  θέλεις  με  τη  φλογερή  φωτιά  σου!
Μα  θα  στο  πω,  μ΄ ακράτητη  οργή,
μπροστά  σε  Ουρανό  και  Γη,
της  γης  εγώ,  ο  ελάχιστος  ο  ταπεινός,
άδικος - άδικος,  πως  είσαι  ο  Θεός."

Είπε
  και  σώπασε
  και  γίνηκε  το  θάμα...

Για  να  μπορέσουν  το  διαμάντι  του  να  φτάσουν,
να  το  κρατήσουν  οι  φτωχοί  και  να  χορτάσουν,
είδαν  του  Βούδα  τ΄ άγαλμα  μονάχο  ν΄ αρχινά
σιγά - σιγά  την  κεφαλή  να  χαμηλώνει
και  των  φτωχών  το  πλήθος  ως  τη  Γή  να  προσκυνά,
σέρνοντας  και  τον  ωραίο  θρόνο  αντάμα...

Του  κόσμου  ο  Άρχοντας,  ο  Θεός,
ο  Μέγας  ο  Θεός,
ήταν  εκεί  πεσμένος  σαν  νεκρός
και  με  το  πρόσωπο  κατάχαμα  στη  σκόνη...

Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2012

Δον Κιχώτες


Οι Δον Κιχώτες πάνε ομπρός και βλέπουνε ως την άκρη
του κονταριού που εκρέμασαν σημαία τους την Ιδέα.
Κοντόφθαλμοι οραματιστές, ένα δεν έχουν δάκρυ
για να δεχτούν ανθρώπινα κάθε βρισιά χυδαία.
Σκοντάφτουνε στη Λογική και στα ραβδιά των άλλων
αστεία δαρμένοι σέρνονται καταμεσίς του δρόμου,
ο Σάντσος λέει «δε σ’ το ‘λεγα;» μα εκείνοι των μεγάλων
σχεδίων, αντάξιοι μένουνε και: «Σάντσο, τ’ άλογό μου!»
Έτσι αν το θέλει ο Θερβάντες, εγώ τους είδα, μέσα
στην μίαν ανάλγητη Ζωή, του Ονείρου τους ιππότες
άναντρα να πεζέψουνε και, με πικρήν ανέσα,
με μάτια ογρά, τις χίμαιρες ν’ απαρνηθούν τις πρώτες.
Τους είδα πίσω να ‘ρθουνε — παράφρονες, ωραίοι
ρηγάδες που επολέμησαν γι’ ανύπαρχτο βασίλειο –
και σαν πορφύρα νιώθωντας χλευαστικιά, πως ρέει,
την ανοιχτή να δείξουνε μάταιη πληγή στον ήλιο!

Κ. Καρυωτάκης

Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2012

Προσωδία

1. Ο μουσικός τονισμός σε διάφορες γλώσσες με βάση τη μακρότητα ή τη βραχύτητα των συλλαβών
2. τα γλωσσικά φαινόμενα (ένταση, ύψος φωνής, χρόνος) που συνοδεύουν τον προφορικό λόγο ΣΥΝ. επιτονισμός
3. ΜΕΤΡ η αξιοποιήση της μακρότητας ή της βραχύτητας των συλλαβών για την παραγωγή των ποιητικών μέτρων.
4. ΜΟΥΣ. οι κανόνες που καθορίζουν την εκφορά μεμονωμένων φθόγγων και την άρθρωση κατά τη σύνδεση τους.

Λεξικό Μπαμπινιώτη

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Κι αμέσως βραδιάζει...

Καθένας στέκεται μόνος στο κέντρο της γης.
Και τον φωτίζουν οι αχτίδες του ήλιου.
Κι αμέσως βραδιάζει.

Σαλβατόρε Κουαζιμόντο (1901-1968)

Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2010

Ύμνος στην Ελευθερία (1823)

Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βία μετράει τη γη.

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Εκεί μέσα εκατοικούσες
πικραμένη, εντροπαλή,
κι ένα στόμα ακαρτερούσες,
«έλα πάλι», να σου πεί.

'Αργειε νάλθει εκείνη η μέρα,
κι ήταν όλα σιωπηλά,
γιατί τά 'σκιαζε η φοβέρα
και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

Δυστυχής! Παρηγορία
μόνη σού έμενε να λές
περασμένα μεγαλεία
και διηγώντας τα να κλαις.

Και ακαρτέρει και ακαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά,
ένα εκτύπαε τ' άλλο χέρι
από την απελπισιά,

Κι έλεες: «Πότε, α, πότε βγάνω
το κεφάλι από τσ' ερμιές;».
Και αποκρίνοντο από πάνω
κλάψες, άλυσες, φωνές.

Τότε εσήκωνες το βλέμμα
μες στα κλάιματα θολό,
και εις το ρούχο σου έσταζ' αίμα,
πλήθος αίμα ελληνικό.

Με τα ρούχα αιματωμένα
ξέρω ότι έβγαινες κρυφά
να γυρεύεις εις τα ξένα
άλλα χέρια δυνατά.

Μοναχή το δρόμο επήρες,
εξανάλθες μοναχή•
δεν είν' εύκολες οι θύρες
εάν η χρεία τες κουρταλεί.

'Αλλος σου έκλαψε εις τα στήθια,
αλλ' ανάσαση καμμιά•
άλλος σου έταξε βοήθεια
και σε γέλασε φρικτά.

΄Αλλοι, οϊμέ, στη συμφορά σου
οπού εχαίροντο πολύ,
«σύρε νά 'βρεις τα παιδιά σου,
σύρε», έλεγαν οι σκληροί.

Φεύγει οπίσω το ποδάρι
και ολογλήγορο πατεί
ή την πέτρα ή το χορτάρι
που τη δόξα σού ενθυμεί.

Ταπεινότατη σου γέρνει
η τρισάθλια κεφαλή,
σαν πτωχού που θυροδέρνει
κι είναι βάρος του η ζωή.

Ναι, αλλά τώρα αντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου με ορμή,
πού ακατάπαυστα γυρεύει
ή τη νίκη ή τη θανή.

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Μόλις είδε την ορμή σου
ο ουρανός που για τσ' εχθρούς
εις τη γη τη μητρική σου
έτρεφ' άνθια και καρπούς,

εγαλήνεψε• και εχύθει
καταχθόνια μια βοή,
και του Ρήγα σού απεκρίθη
πολεμόκραχτη η φωνή.

΄Ολοι οι τόποι σου σ' εκράξαν
χαιρετώντας σε θερμά,
και τα στόματα εφωνάξαν
όσα αισθάνετο η καρδιά.

Εφωνάξανε ως τ' αστέρια
του Ιονίου και τα νησιά,
κι εσηκώσανε τα χέρια
για να δείξουνε χαρά,

μ' όλον πού 'ναι αλυσωμένο
το καθένα τεχνικά,
και εις το μέτωπο γραμμένο
έχει: «Ψεύτρα Ελευθεριά».

Γκαρδιακά χαροποιήθει
και του Βάσιγκτον η γη,
και τα σίδερα ενθυμήθει
που την έδεναν κι αυτή.

Απ' τον πύργο του φωνάζει,
σα να λέει σε χαιρετώ,
και τη χήτη του τινάζει
το λιοντάρι το Ισπανό.

Ελαφιάσθη της Αγγλίας
το θηρίο, και σέρνει ευθύς
κατά τ' άκρα της Ρουσίας
τα μουγκρίσματα τσ' οργής.

Εις το κίνημα του δείχνει,
πως τα μέλη ειν' δυνατά•
και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει
μια σπιθόβολη ματιά.

Σε ξανοίγει από τα νέφη
και το μάτι του Αετού,
που φτερά και νύχια θρέφει
με τα σπλάχνα του Ιταλού•

και σ' εσέ καταγυρμένος,
γιατί πάντα σε μισεί,
έκρωζ' έκρωζ' ο σκασμένος,
να σε βλάψει, αν ημπορεί.

΄Αλλο εσύ δεν συλλογιέσαι
πάρεξ που θα πρωτοπάς•
δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι
στες βρισιές οπού αγρικάς•

σαν το βράχο οπού αφήνει
κάθε ακάθαρτο νερό
εις τα πόδια του να χύνει
ευκολόσβηστον αφρό•

οπού αφήνει ανεμοζάλη
και χαλάζι και βροχή
να του δέρνουν τη μεγάλη,
την αιώνιαν κορυφή.

Δυστυχιά του, ω, δυστυχιά του,
οποιανού θέλει βρεθεί
στο μαχαίρι σου αποκάτου
και σ' εκείνο αντισταθεί.

Το θηρίο π' ανανογιέται
πως του λείπουν τα μικρά,
περιορίζεται, πετιέται,
αίμα ανθρώπινο διψά•

τρέχει, τρέχει όλα τα δάση,
τα λαγκάδια, τα βουνά,
κι όπου φθάσει, όπου περάσει,
φρίκη, θάνατος, ερμιά•

Ερμιά, θάνατος και φρίκη
όπου επέρασες κι εσύ•
ξίφος έξω από τη θήκη
πλέον ανδρείαν σου προξενεί.

Ιδού, εμπρός σου ο τοίχος στέκει
της αθλίας Τριπολιτσάς•
τώρα τρόμου αστροπελέκι
να της ρίψεις πιθυμάς.

Μεγαλόψυχο το μάτι
δείχνει πάντα οπώς νικεί,
κι ας ειν' άρματα γεμάτη
και πολέμιαν χλαλοή.

Σου προβαίνουνε και τρίζουν
για να ιδείς πως ειν' πολλά•
δεν ακούς που φοβερίζουν
άνδρες μύριοι και παιδιά;

Λίγα μάτια, λίγα στόματα
θα σας μείνουνε ανοιχτά.
για να κλαύσετε τα σώματα
που θε νά 'βρει η συμφορά!

Κατεβαίνουνε, και ανάφτει
του πολέμου αναλαμπή•
το τουφέκι ανάβει, αστράφτει,
λάμπει, κόφτει το σπαθί.

Γιατί η μάχη εστάθει ολίγη;
Λίγα τα αίματα γιατί;
Τον εχθρό θωρώ να φύγει
και στο κάστρο ν' ανεβεί.

Μέτρα! Ειν' άπειροι οι φευγάτοι,
οπού φεύγοντας δειλιούν•
τα λαβώματα στην πλάτη
δέχοντ', ώστε ν' ανεβούν.

Εκεί μέσα ακαρτερείτε
την αφεύγατη φθορά•
να, σας φθάνει• αποκριθείτε
στης νυκτός τη σκοτεινιά!

Αποκρίνονται και η μάχη
έτσι αρχίζει, οπού μακριά
από ράχη εκεί σε ράχη
αντιβούιζε φοβερά.

Ακούω κούφια τα τουφέκια,
ακούω σμίξιμο σπαθιών,
ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,
ακούω τρίξιμο δοντιών.

Α, τι νύκτα ήταν εκείνη
που την τρέμει ο λογισμός!
΄Αλλος ύπνος δεν εγίνει
πάρεξ θάνατου πικρός.

Της σκηνής η ώρα, ο τόπος,
οι κραυγές, η ταραχή,
ο σκληρόψυχος ο τρόπος
του πολέμου, και οι καπνοί,

και οι βροντές και το σκοτάδι
οπού αντίσκοφτε η φωτιά,
επαράσταιναν τον ΄Αδη
που ακαρτέρειε τα σκυλιά•

Τ' ακαρτέρειε. Εφαίνον' ίσκιοι
αναρίθμητοι, γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
βρέφη ακόμη εις το βυζί.

'Ολη μαύρη μυρμηγκιάζει,
μαύρη η εντάφια συντροφιά,
σαν το ρούχο οπού σκεπάζει
τα κρεβάτια τα στερνά.

Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι
επετιούντο από τη γη,
όσοι ειν' άδικα σφαγμένοι
από τούρκικην οργή.

Τόσα πέφτουνε τα θερι-
σμένα αστάχια εις τους αγρούς•
σχεδόν όλα εκειά τα μέρη
εσκεπάζοντο απ' αυτούς.

Θαμποφέγγει κανέν' άστρο,
και αναδεύοντο μαζί,
ανεβαίνοντας το κάστρο
με νεκρώσιμη σιωπή.

'Ετσι χάμου εις την πεδιάδα,
μες στο δάσος το πυκνό,
όταν στέλνει μίαν αχνάδα
μισοφέγγαρο χλωμό,

Eάν οι άνεμοι μες στ' άδεια
τα κλαδιά μουγκοφυσούν,
σειούνται, σειούνται τα μαυράδια,
οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.

Με τα μάτια τους γυρεύουν
όπου είν' αίματα πηχτά,
και μες στα αίματα χορεύουν
με βρυχίσματα βραχνά•

και χορεύοντας μανίζουν
εις τους ΄Ελληνες κοντά,
και τα στήθια τους εγγίζουν
με τα χέρια τα ψυχρά.

Εκειό το έγγισμα πηγαίνει
βαθειά μες στα σωθικά,
όθεν όλη η λύπη βγαίνει,
και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.

Τότε αυξαίνει του πολέμου
ο χορός τρομακτικά,
σαν το σκόρπισμα του ανέμου
στου πελάου τη μοναξιά.

Κτυπούν όλοι απάνου κάτου•
κάθε κτύπημα που εβγεί
είναι κτύπημα θανάτου
χώρις να δευτερωθεί.

Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει•
λες κι εκείθενε η ψυχή
απ' το μίσος που την καίει
πολεμάει να πεταχθεί.

Της καρδίας κτυπίες βροντάνε
μες στα στήθια τους αργά,
και τα χέρια όπου χουμάνε
περισσότερο ειν' γοργά.

Ουρανός γι' αυτούς δεν είναι,
ουδέ πέλαγο, ουδέ γη•
γι' αυτούς όλους το παν είναι
μαζωμένο αντάμα εκεί.

Τόση η μάνητα κι η ζάλη,
που στοχάζεσαι μη πως
από μία μεριά και απ' άλλη
δεν είνει ένας ζωντανός.

Κοίτα χέρια απελπισμένα
πώς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
χέρια, πόδια, κεφαλές,

και παλάσκες και σπαθία
με ολοσκόρπιστα μυαλά,
και με ολόσχιστα κρανία,
σωθικά λαχταριστά.

Προσοχή καμία δεν κάνει
κανείς, όχι, εις τη σφαγή•
πάνε πάντα εμπρός. Ω, φθάνει,
φθάνει• έως πότε οι σκοτωμοί;

Ποιος αφήνει εκεί τον τόπο,
πάρεξ όταν ξαπλωθεί;
Δεν αισθάνονται τον κόπο
και λες κι είναι εις την αρχή.

Ολιγόστευαν οι σκύλοι,
και «Αλλά», εφώναζαν, «Αλλά»,
και των Χριστιανών τα χείλη
«φωτιά», εφώναζαν, «φωτιά».

Λιονταρόψυχα, εκτυπιούντο,
πάντα εφώναζαν «φωτιά»,
και οι μιαροί κατασκορπιούντο,
πάντα σκούζοντας «Αλλά».

Παντού φόβος και τρομάρα
και φωνές και στεναγμοί•
παντού κλάψα, παντού αντάρα,
και παντού ξεψυχισμοί.

Ήταν τόσοι! Πλέον το βόλι
εις τ' αυτιά δεν τους λαλεί.
'Ολοι χάμου εκείτοντ' όλοι
εις την τέταρτην αυγή.

Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη
και κυλάει στη λαγκαδιά,
και το αθώο χόρτο πίνει
αίμα αντίς για τη δροσιά.

Της αυγής δροσάτο αέρι,
δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο
στων ψευδόπιστων το αστέρι•
φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ!

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι•
δεν λάμπ' ήλιος μοναχά
εις τους πλάτανους, δεν λάμπει
εις τ' αμπέλια, εις τα νερά.

Εις τον ήσυχον αιθέρα
τώρα αθώα δεν αντηχεί
τα λαλήματα η φλογέρα,
τα βελάσματα το αρνί.

Τρέχουν άρματα χιλιάδες
σαν το κύμα εις το γιαλό,
αλλ' οι ανδρείοι παλληκαράδες
δεν ψηφούν τον αριθμό.

Ω τρακόσιοι, σηκωθείτε
και ξανάλθετε σε μας•
τα παιδιά σας θελ' ιδείτε
πόσο μοιάζουνε με σας.

'Ολοι εκείνοι τα φοβούνται
και με πάτημα τυφλό
εις την Κόρινθο αποκλειούνται
κι όλοι χάνουνται απ' εδώ.

Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου
πείνα και θανατικό,
που με σχήμα ενός σκελέθρου
περπατούν αντάμα οι δυο•

και πεσμένα εις τα χορτάρια
απεθαίνανε παντού
τα θλιμμένα απομεινάρια
της φυγής και του χαμού.

Κι εσύ αθάνατη, εσύ θεία,
που ότι θέλεις ημπορείς.
εις τον κάμπο, Ελευθερία,
ματωμένη περπατείς.

Στη σκια χεροπιασμένες,
στη σκια βλέπω κι εγώ
κρινοδάχτυλες παρθένες
οπού κάνουνε χορό.

Στο χορό γλυκογυρίζουν
ωραία μάτια ερωτικά,
και εις την αύρα κυματίζουν
μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.

Η ψυχή μου αναγαλλιάζει
πως ο κόρφος καθεμιάς
γλυκοβύζαστο ετοιμάζει
γάλα ανδρείας κι ελευθεριάς.

Μες στα χόρτα, τα λουλούδια,
το ποτήρι δεν βαστώ•
φιλελεύθερα τραγούδια
σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.


Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Πήγες εις το Μεσολόγγι
την ημέρα του Χριστού,
μέρα που άνθισαν οι λόγγοι
για το τέκνο του Θεού.

Σου 'λθε εμπρός λαμποκοπώντας
η Θρησκεία μ' ένα σταυρό,
και το δάκτυλο κινώντας
οπού ανεί τον ουρανό,

«σ' αυτό», εφώναξε, «το χώμα
στάσου ολόρθη, Ελευθεριά!».
Και φιλώντας σου το στόμα
μπαίνει μες στην εκκλησιά.

Εις την τράπεζα σιμώνει,
και το σύγνεφο το αχνό
γύρω γύρω της πυκνώνει
που σκορπάει το θυμιατό.

Αγρικάει την ψαλμωδία
οπού εδίδαξεν αυτή•
βλέπει τη φωταγωγία
στους Αγίους εμπρός χυτή.

Ποιοι είν' αυτοί που πλησιάζουν
με πολλή ποδοβολή,
κι άρματ', άρματα ταράζουν;
Επετάχτηκες εσύ!

Α, το φως που σε στολίζει,
σαν ηλίου φεγγοβολή,
και μακρίθεν σπινθηρίζει,
δεν είναι, όχι, από τη γη.

Λάμψιν έχει όλη φλογώδη
χείλος, μέτωπο, οφθαλμός•
φως το χέρι, φως το πόδι,
κι όλα γύρω σου είναι φως.

Το σπαθί σου αντισηκώνεις,
τρία πατήματα πατάς,
σαν τον πύργο μεγαλώνεις,
κι εις το τέταρτο κτυπάς.

Με φωνή που καταπείθει
προχωρώντας ομιλείς:
«Σήμερ', άπιστοι, εγεννήθη,
ναι, του κόσμου ο Λυτρωτής.

Αυτός λέγει, αφοκρασθείτε:
"Εγώ ειμ' 'Αλφα, Ωμέγα εγώ•
πέστε, που θ' αποκρυφθείτε
εσείς όλοι, αν οργισθώ;

Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω,
που, μ' αυτήν αν συγκριθεί
κείνη η κάτω οπού σας έχω,
σαν δροσιά θέλει βρεθεί.

Κατατρώγει, ωσάν τη σχίζα,
τόπους άμετρα υψηλούς,
χώρες, όρη από τη ρίζα,
ζώα και δέντρα και θνητούς.

Και το παν το κατακαίει,
και δεν σώζεται πνοή,
πάρεξ του άνεμου που πνέει
μες στη στάχτη τη λεπτή"».

Κάποιος ήθελε ερωτήσει:
Του θυμού Του εισ' αδελφή;
Ποιος είν' άξιος να νικήσει
ή με σε να μετρηθεί;

Η γη αισθάνεται την τόση
του χεριού σου ανδραγαθιά,
που όλην θέλει θανατώσει
τη μισόχριστη σπορά.

Την αισθάνονται και αφρίζουν
τα νερά, και τ' αγρικώ
δυνατά να μουρμουρίζουν
σαν ρυάζετο θηριό.

Κακορίζικοι, πού πάτε
του Αχελώου μες στη ροή
και πιδέξια πολεμάτε
από την καταδρομή

να αποφύγετε; Το κύμα
έγινε όλο φουσκωτό•
εκεί ευρήκατε το μνήμα
πριν να ευρείτε αφανισμό.

Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
κάθε λάρυγγας εχθρού,
και το ρεύμα γαργαρίζει
τες βλασφήμιες του θυμού.

Σφαλερά τετραποδίζουν
πλήθος άλογα, και ορθά
τρομασμένα χλιμιντρίζουν
και πατούν εις τα κορμιά.
Ποίος στο σύντροφον απλώνει

χέρι, ωσάν να βοηθηθεί•
ποίος τη σάρκα του δαγκώνει
όσο που να νεκρωθεί.
Κεφαλές απελπισμένες,

με τα μάτια πεταχτά,
κατά τ' άστρα σηκωμένες
για την ύστερη φορά.
Σβιέται -αυξαίνοντας η πρώτη

του Αχελώου νεροσυρμή-
το χλιμίντρισμα και οι κρότοι
και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.
Έτσι ν' άκουα να βουίξει

τον βαθύν Ωκεανό,
και στο κύμα του να πνίξει
κάθε σπέρμα αγαρηνό!
Και εκεί πού 'ναι η Αγία Σοφία

μες στους λόφους τους επτά,
όλα τ' άψυχα κορμία,
βραχοσύντριφτα, γυμνά,
σωριασμένα να τα σπρώξει

η κατάρα του Θεού,
κι απ' εκεί να τα μαζώξει
ο αδελφός του Φεγγαριού.
Κάθε πέτρα μνήμα ας γένει,

κι η Θρησκεία κι η Ελευθεριά
μ' αργό πάτημα ας πηγαίνει
μεταξύ τους και ας μετρά.
Ένα λείψανο ανεβαίνει
τεντωτό, πιστομητό,

κι άλλο ξάφνου κατεβαίνει
και δεν φαίνεται, και πλιο
και χειρότερα αγριεύει
και φουσκώνει ο ποταμός•

πάντα, πάντα περισσεύει•
πολύ φλοίσβισμα και αφρός.
Α, γιατί δεν έχω τώρα
τη φωνή του Μωυσή;

Μεγαλόφωνα την ώρα
οπού εσβιούντο οι μισητοί,
το Θεόν ευχαριστούσε
στου πελάου τη λύσσα εμπρός,

και τα λόγια ηχολογούσε
αναρίθμητος λαός.
Ακλουθάει την αρμονία
η αδελφή του Ααρών,

η προφήτισσα Μαρία,
μ' ένα τύμπανο τερπνόν
και πηδούν όλες οι κόρες
με τσ' αγκάλες ανοικτές,

τραγουδώντας, ανθοφόρες,
με τα τύμπανα κι εκειές.
Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,

σε γνωρίζω από την όψη
που με βία μετράει τη γη.
Εις αυτήν, είν' ξακουσμένο,
δεν νικιέσαι εσύ ποτέ•

όμως, όχι, δεν είν' ξένο
και το πέλαγο για σε.
Το στοιχείον αυτό ξαπλώνει
κύματ' άπειρα εις τη γη,

με τα οποία την περιζώνει,
κι είναι εικόνα σου λαμπρή.
Με βρυχίσματα σαλεύει
που τρομάζει η ακοή•

κάθε ξύλο κινδυνεύει
και λιμνιώνα αναζητεί.
Φαίνετ' έπειτα η γαλήνη
και το λάμψιμο του ηλιού,

και τα χρώματα αναδίνει
του γλαυκότατου ουρανού.
Δεν νικιέσαι, είν' ξακουσμένο,
στην ξηράν εσύ ποτέ•

όμως όχι δεν είν' ξένο
και το πέλαγο για σέ.
Περνούν άπειρα τα ξάρτια,
και σαν λόγγος στριμωχτά

τα τρεχούμενα κατάρτια,
τα ολοφούσκωτα πανιά.
Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις,
και αγκαλά δεν είν' πολλές,

πολεμώντας, άλλα διώχνεις,
άλλα παίρνεις, άλλα καις.
Μ' επιθυμία να τηράζεις
δύο μεγάλα σε θωρώ,

και θανάσιμον τινάζεις
εναντίον τους κεραυνό.
Πιάνει, αυξαίνει, κοκκινίζει,
και σηκώνει μια βροντή,

και το πέλαο χρωματίζει
με αιματόχροη βαφή.
Πνίγοντ' όλοι οι πολεμάρχοι
και δεν μνέσκει ένα κορμί•

χαίρου, σκιά του Πατριάρχη,
που σε πέταξαν εκεί.
Εκρυφόσμιγαν οι φίλοι
με τσ' εχθρούς τους τη Λαμπρή,

και τους έτρεμαν τα χείλη
δίνοντάς τα εις το φιλί.
Κειες τες δάφνες που εσκορπίστε
τώρα πλέον δεν τες πατεί,


και το χέρι οπού εφιλήστε
πλέον, α, πλέον δεν ευλογεί.
'Ολοι κλαψτε• αποθαμένος
ο αρχηγός της Εκκλησιάς•

κλάψτε, κλάψτε• κρεμασμένος
ωσάν να 'τανε φονιάς!
'Εχει ολάνοικτο το στόμα
π' ώρες πρώτα είχε γευθεί
τ' Άγιον Αίμα, τ' Άγιον Σώμα•

λες πως θε να ξαναβγεί
η κατάρα που είχε αφήσει,
λίγο πριν να αδικηθεί,
εις οποίον δεν πολεμήσει

και ημπορεί να πολεμεί.
Την ακούω, βροντάει, δεν παύει
εις το πέλαγο, εις τη γη,
και μουγκρίζοντας ανάβει
την αιώνιαν αστραπή.

Η καρδιά συχνοσπαράζει.
Πλην τι βλέπω; Σοβαρά
να σωπάσω με προστάζει
με το δάκτυλο η θεά.

Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη
τρεις φορές μ' ανησυχιά•
προσηλώνεται κατόπι
στην Ελλάδα, και αρχινά:

«Παλληκάρια μου, οι πολέμοι
για σας όλοι είναι χαρά,
και το γόνα σας δεν τρέμει
στους κινδύνους εμπροστά.

Απ' εσάς απομακραίνει
κάθε δύναμη εχθρική,
αλλά ανίκητη μια μένει
που τες δάφνες σας μαδεί.

Μία, που όταν ωσάν λύκοι
ξαναρχόστενε ζεστοί,
κουρασμένοι από τη νίκη,
αχ, το νου σάς τυραννεί.

Η Διχόνοια που βαστάει
ένα σκήπτρο η δολερή
καθενός χαμογελάει,
"πάρ' το", λέγοντας, "και συ".

Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει
έχει αλήθεια ωραία θωριά•
μην το πιάστε, γιατί ρίχνει
εισέ δάκρυα θλιβερά.

Από στόμα οπού φθονάει,
παλληκάρια, ας μην πωθεί,
πως το χέρι σας κτυπάει
του αδελφού την κεφαλή.

Μην ειπούν στο στοχασμό τους
τα ξένη έθνη αληθινά:
"Εάν μισούνται ανάμεσό τους
δεν τους πρέπει ελευθεριά".

Τέτοια αφήστενε φροντίδα•
όλο το αίμα οπού χυθεί
για θρησκεία και για πατρίδα
όμοιαν έχει την τιμή.

Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε
για πατρίδα, για θρησκειά,
σας ορκίζω, αγκαλισθείτε
σαν αδέλφια γκαρδιακά.

Πόσο λείπει, στοχασθείτε,
πόσο ακόμη να παρθεί•
πάντα η νίκη, αν ενωθείτε,
πάντα εσάς θ' ακολουθεί.

Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία,
καταστήστε ένα Σταυρό
και φωνάξετε με μία:
"Βασιλείς, κοιτάξτ' εδώ!

Το σημείον που προσκυνάτε
είναι τούτο, και γι' αυτό
ματωμένους μας κοιτάτε
στον αγώνα το σκληρό.

Ακατάπαυστα το βρίζουν
τα σκυλιά και το πατούν
και τα τέκνα του αφανίζουν,
και την πίστη αναγελούν.

Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη
αίμα αθώο χριστιανικό,
που φωνάζει από τα βάθη
της νυκτός: Να εκδικηθώ.

Δεν ακούτε, εσείς εικόνες
του Θεού, τέτοια φωνή;
Τώρα επέρασαν αιώνες
και δεν έπαυσε στιγμή.

Δεν ακούτε; Εις κάθε μέρος
σαν του Άβελ καταβοά•
δεν ειν' φύσημα του αέρος
που σφυρίζει εις τα μαλλιά.

Τι θα κάμετε; Θ' αφήστε
να αποκτήσομεν εμείς
λευθεριάν, ή θα την λύστε
εξ αιτίας πολιτικής;

Τούτο ανίσως μελετάτε
ιδού εμπρός σας τον Σταυρό:
Βασιλείς, ελάτε, ελάτε,
και κτυπήσετε κι εδώ!"».


Διονύσιος Σολωμός (1798-1857)

Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου 2010

Poema IV

Veinte Poemas de Amor, Pablo Neruda
Poema IV

Es la mañana llena de tempestad
en el corazón del verano.

Como pañuelos blancos de adiós viajan las nubes,
el viento las sacude con sus viajeras manos.

Innumerable corazón del viento
latiendo sobre nuestro silencio enamorado.

Zumbando entre los árboles, orquestal y divino,
como una lengua llena de guerras y de cantos.

Viento que lleva en rápido robo la hojarasca
y desvía las flechas latientes de los pájaros.

Viento que la derriba en ola sin espuma
y sustancia sin peso, y fuegos inclinado.

Se rompe y se sumerge su volumen de besos
combatido en la puerta del viento del verano.

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010

Ποιός;

Ποιός είδε κράτος λιγοστό
σ' όλη τη γη μοναδικό
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;
Να τρέφει όλους τους αργούς,
νά'χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;
Νά'χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;

Κλέφτες φτωχοί και άρχοντες με άμαξες και άτια,
κλέφτες χωρίς μια πήχυ γη και κλέφτες με παλάτια,
ο ένας κλέβει όρνιθες και σκάφες για ψωμί
ο άλλος το έθνος σύσσωμο για πλούτη και τιμή.

Όλα σ' αυτή τη γη μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.

Ο Έλληνας δυο δίκαια ασκεί πανελευθέρως,
συνέρχεσθαί τε και ουρείν εις όποιο θέλει μέρος.

Χαρά στους χασομέρηδες! χαρά στους αρλεκίνους!
σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται.

Γι' αυτό το κράτος, που τιμά τα ξέστρωτα γαϊδούρια,
σικτίρ στα χρόνια τα παλιά, σικτίρ και στα καινούργια!

Και των σοφών οι λόγοι θαρρώ πως είναι ψώρα,
πιστός εις ό,τι λέγει κανένας δεν εφάνη...
αυτός ο πλάνος κόσμος και πάντοτε και τώρα,
δεν κάνει ό,τι λέγει, δεν λέγει ό,τι κάνει.

Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο,
ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.
Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.
Και ψωμοτύρι και για καφέ
το «δε βαρυέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς
σαν πιάσει πόστο: δερβέναγας.
Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυό φορώντας τα πόδια που 'χει
στο 'να λουστρίνι, στ' άλλο τσαρούχι.


(Γ. Σουρής)

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2009

Πώς να σωπάσω μέσα μου

Πώς να σωπάσω μέσα μου
την ομορφιά του κόσμου;
Ο ουρανός δικός μου
η θάλασσα στα μέτρα μου

Πώς να με κάνουν να τον δω
τον ήλιο μ'άλλα μάτια;
Στα ηλιοσκαλοπάτια
Μ' έμαθε η μάνα μου να ζω...

Στου βούρκου μέσα τα νερά
ποια γλώσσα μου μιλάνε
αυτοί που μου ζητάνε
να χαμηλώσω τα φτερά;

Κώστας Κινδύνης

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2009

Άτιτλο

Ω! πόσον μεταβάλλονται αι τύχαι των θνητών!
έσχατ’ οι πρώτοι γίνονται κι οι τελευταίοι πρώτοι
γι’ αυτό κι εγώ, το κόσμημα των τόσων ποιητών,
ήμουν υπάλληλος ποτέ σιταρεμπόρου Χιώτη.

Γ.Σουρής.

Τετάρτη 6 Μαΐου 2009

Η Σατραπεία

Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και μεγάλα έργα
η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα
ενθάρρυνσι κ’ επιτυχία να σε αρνείται·
να σ’ εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες,
και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.
Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις,
(η μέρα που αφέθηκες κ’ ενδίδεις),
και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,
και πηαίνεις στον μονάρχην Aρταξέρξη
που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,
και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια.
Και συ τα δέχεσαι με απελπισία
αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.
Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει·
τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών,
τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε·
την Aγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους.
Aυτά πού θα σ’ τα δώσει ο Aρταξέρξης,
αυτά πού θα τα βρεις στη σατραπεία·
και τι ζωή χωρίς αυτά θα κάμεις.

Πέμπτη 23 Απριλίου 2009

Anywhere Out of the World

This life is a hospital where every patient is possessed with the desire to change beds; one man would like to
suffer in front of the stove, and another believes that he would recover his health beside the window.
It always seems to me that I should feel well in the place where I am not, and this question of removal is one
which I discuss incessantly with my soul.
'Tell me, my soul, poor chilled soul, what do you think of going to live in Lisbon? It must be warm there, and there
you would invigorate yourself like a lizard. This city is on the sea-shore; they say that it is built of marble
and that the people there have such a hatred of vegetation that they uproot all the trees. There you have a landscape
that corresponds to your taste! a landscape made of light and mineral, and liquid to reflect them!'
My soul does not reply.
'Since you are so fond of stillness, coupled with the show of movement, would you like to settle in Holland,
that beatifying country? Perhaps you would find some diversion in that land whose image you have so often admired
in the art galleries. What do you think of Rotterdam, you who love forests of masts, and ships moored at the foot of
houses?'
My soul remains silent.
'Perhaps Batavia attracts you more? There we should find, amongst other things, the spirit of Europe
married to tropical beauty.'
Not a word. Could my soul be dead?
'Is it then that you have reached such a degree of lethargy that you acquiesce in your sickness? If so, let us
flee to lands that are analogues of death. I see how it is, poor soul! We shall pack our trunks for Tornio. Let us go
farther still to the extreme end of the Baltic; or farther still from life, if that is possible; let us settle at the Pole. There
the sun only grazes the earth obliquely, and the slow alternation of light and darkness suppresses variety and
increases monotony, that half-nothingness. There we shall be able to take long baths of darkness, while for our
amusement the aurora borealis shall send us its rose-coloured rays that are like the reflection of Hell's own
fireworks!'
At last my soul explodes, and wisely cries out to me: 'No matter where! No matter where! As long as it's out
of the world!'

Charles Baudelaire

Δευτέρα 13 Απριλίου 2009

Che fece .... il gran rifiuto - Κ.Π. Καβάφης

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι — το σωστό — εις όλην την ζωή του.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Νόησις - Κ.Π. Καβάφης

Νόησις Αναγνωρισμένα

Τα χρόνια της νεότητός μου, ο ηδονικός μου βίος —
πώς βλέπω τώρα καθαρά το νόημά των.

Τι μεταμέλειες περιττές, τι μάταιες ....

Aλλά δεν έβλεπα το νόημα τότε.

Μέσα στον έκλυτο της νεότητός μου βίο
μορφώνονταν βουλές της ποιήσεώς μου,
σχεδιάζονταν της τέχνης μου η περιοχή.

Γι’ αυτό κ’ η μεταμέλειες σταθερές ποτέ δεν ήσαν.
Κ’ η αποφάσεις μου να κρατηθώ, ν’ αλλάξω
διαρκούσαν δυο εβδομάδες το πολύ.



(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Πόλις - Κ.Π. Καβάφης

Η Πόλις Αναγνωρισμένα

Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.



(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Δευτέρα 6 Απριλίου 2009

Ποτέ δεν πήγα

Ποτέ δεν πήγα εκεί που αγάπησα
κι ούτε που θα πάω.
κόκκοι αόρατοι στο διάστημα
αιωρούμαστε…
χωρίς ούτε να αγγίξουμε το όνειρο
που όνειρο θέλει να μείνει…

Γ.Α.

Όσο μπορείς

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,

τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,

γυρίζοντας συχνά κʼ εκθέτοντάς την

στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

Κ.Π. Καβάφης
(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2009

Είτε βραδιάζει
Είτε φέγγει
Μένει λευκό το γιασεμί

Γ. Σεφέρης